Εργατική εξουσία και ρώσικη επανάσταση

Οι ριζοσπαστικές πολιτικές ιδέες με προσέλκυσαν στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ’70, σε ηλικία είκοσι ετών. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που εμπλέκονταν σοβαρά με τη ριζοσπαστική πολιτική δράση εκείνη την εποχή κατέληγαν σε κάποιου τύπου λενινιστικές οργανώσεις ή περνούσαν απ’ αυτές τουλάχιστον μια φορά. Οι επαναστάσεις στον τρίτο κόσμο ήταν μια από τις επιρροές αναφορικά μ’ αυτή την επιλογή. Διάφορα μαρξιστικά – λενινιστικά κόμματα είχαν πάρει την εξουσία μέσω του αντάρτικου αγώνα, όπως στην Κίνα και την Κούβα, και το γεγονός αυτό επαύξανε τους ισχυρισμούς του λενινισμού ότι ο ίδιος ήταν «επιτυχής» για τη χάραξη του δρόμου προς ένα μετακαπιταλιστικό μέλλον.
Μου ήταν όμως φανερό ότι οι εργάτες δεν είχαν καμιά εξουσία επί της παραγωγής στις διάφορες κομμουνιστικές χώρες. Ήταν υποταγμένοι σε μια διευθυντική ιεραρχία. Κατά συνέπεια, σκεφτόμουν ότι οι εργάτες σ’ αυτές τις χώρες συνιστούσαν μια υποδουλωμένη κι εκμεταλλευόμενη τάξη.
Ένα έργο που με βοήθησε πολύ τη δεκαετία του ’70 ήταν το «Οι μπολσεβίκοι κι ο εργατικός έλεγχος»1 του Μώρις Μπρίντον. Αυτό το διαυγές κι εμπεριστατωμένο βιβλίο ήταν μια απαραίτητη πηγή επιχειρημάτων στην αποδόμηση του μύθου ότι το μπολσεβίκικο κόμμα οικοδομούσε την «προλεταριακή εξουσία» στη Ρωσία. Η ΑΚ Press έχει επανεκδώσει αυτό το βιβλιαράκι ως μέρος μιας ανθολογίας με τίτλο «Για την εργατική εξουσία»2. Ο Μπρίντον ήταν ο βασικός συγγραφέας κειμένων της λονδρέζικης ελευθεριακής σοσιαλιστικής ομάδας «Αλληλεγγύη». Η ανθολογία αυτή συγκεντρώνει σε ένα βιβλίο πολλά από τα κείμενά του, συμπεριλαμβανομένων των «Το παράλογο στην πολιτική» και «Παρίσι: Μάης 1968». Στην παρούσα επισκόπηση θα εστιάσω κυρίως στη Ρωσική Επανάσταση.
Ο Μπρίντον πιστεύει ότι η αν εργατική τάξη δεν πάρει στα χέρια της την άμεση διεύθυνση της παραγωγής, τότε δε θα καταφέρει να αποκτήσει δύναμη στην κοινωνία και ν’ απελευθερώσει τον εαυτό της από τη συνθήκη της υποδουλωμένης κι εκμεταλλευόμενης τάξης. Πιστεύει ότι για να διασφαλίσει την απελευθέρωσή της, πρέπει επίσης να αναλάβει τον έλεγχο ολόκληρης της κοινωνικής δομής, και απορρίπτει την ιδέα ότι θα μπορούσε να αποκτήσει οποιαδήποτε δύναμη στο πλαίσιο της κοινωνίας εφόσον είναι υποδουλωμένη στον τομέα της παραγωγής. Αυτός είναι ο πυρήνας του επιχειρήματός του.
Μερικές φορές κάποιοι ισχυρίζονται ότι τα «εργατικά συμβούλια» ήταν τα μαχητικά οργανωτικά μέσα των εργατών για να κατακτήσουν την εξουσία κατά τη διάρκεια της ρωσικής επανάστασης3.Υπήρχαν όμως δύο διαφορετικοί τύποι μαζικών οργανώσεων των εργατών στη ρωσική επανάσταση, τις οποίες θα μπορούσε κανείς ν’ αποκαλέσει «εργατικά συμβούλια»: τα σοβιέτ («σοβιέτ» στα ρωσικά σημαίνει «συμβούλιο») και οι εργοστασιακές επιτροπές. Ας τα εξετάσουμε ξεχωριστά.
Το σοβιέτ της Πετρούπολης συγκροτήθηκε κατά τη διάρκεια των ταραχών του Φεβρουαρίου του 1917 που οδήγησαν στον εξοβελισμό του τσάρου. Μια ομάδα από ριζοσπάστες και φιλελεύθερους διανοούμενους συγκρότησαν το σοβιέτ από τα πάνω και αυτοδιορίστηκαν «εκτελεστική επιτροπή του σοβιέτ της Πετρούπολης» στις 27 Φεβρουαρίου του 1917. Κατόπιν, εξέδωσαν ένα κάλεσμα για εκλογή αντιπροσώπων 4, όμως οι αποφάσεις δε λαμβάνονταν στις συνελεύσεις των σοβιέτ: η εκτελεστική ήταν αυτή που έπαιρνε τις πραγματικές αποφάσεις, στα παρασκήνια. Κάποιες απ’ αυτές υποβάλλονταν στη συνέλευση των αντιπροσώπων για επικύρωση, κάποιες όχι. Η συνέλευση του σοβιέτ έτεινε περισσότερο να είναι μια ανοικτή συνάντηση όπου ο καθένας μπορούσε να έχει λόγο. Παρόμοια λειτουργούσαν τα σοβιέτ και σε άλλες ρωσικές πόλεις.
Αντίθετα από τα σοβιέτ, οι εργοστασιακές επιτροπές δημιουργήθηκαν άμεσα από τους ίδιους τους Ρώσους εργάτες κι έγιναν το βασικό όχημα για την αυτοοργάνωσή τους κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Οι επιτροπές αυτές αποτελούνταν τυπικώς από εκλεγμένους αντιπροσώπους των απλών εργατών και οι πιο σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονταν σε γενικές συνελεύσεις των τελευταίων.
Στις 30 Μαΐου του 1917 έλαβε χώρα μια συνάντηση περισσότερων από 400 αντιπροσώπων από εργοστασιακές επιτροπές της περιοχής της Πετρούπολης. Περιέγραψαν την κατάσταση που αντιμετώπιζαν ως εξής:
«Από την αρχή της επανάστασης, το διοικητικό προσωπικό των εργοστασίων έχει εγκαταλείψει τα πόστα του. Οι εργάτες έχουν γίνει κύριοι των εργοστασίων. Προκειμένου αυτά να συνεχίσουν να λειτουργούν, οι εργατικές επιτροπές έπρεπε να πάρουν τη διεύθυνση στα χέρια τους. Τις πρώτες μέρες της επανάστασης, το Φλεβάρη και το Μάρτη, οι εργάτες είχαν αφήσει τα εργοστάσια κι είχαν βγει στους δρόμους... αργότερα επέστρεψαν στη δουλειά. Βρήκαν πολλά από τα εργοστάσια εγκαταλειμμένα. Οι διευθυντές, οι μηχανικοί, οι γενικοί και οι επιστάτες είχαν εξαφανιστεί διότι πίστευαν ότι οι εργάτες θα τους εκδικούνταν για την εκμετάλλευση που είχαν υποστεί. Έτσι, οι τελευταίοι έπρεπε να ξεκινήσουν να δουλεύουν χωρίς να υπάρχει κάποιο διοικητικό προσωπικό να τους καθοδηγεί. Οι επιτροπές έπρεπε να βρουν τις απαραίτητες πρώτες ύλες και ν’ αναλάβουν όλα τα απρόσμενα κι ασυνήθιστα γι’ αυτές καθήκοντα»5.
Οι εργοστασιακές επιτροπές περιγράφονταν ως «μαχητικές οργανώσεις, εκλεγμένες στη βάση της πιο διευρυμένης δημοκρατίας και με συλλογική ηγεσία», με στόχο τη δημιουργία της «οργάνωσης του σχολαστικού ελέγχου της εργασίας επί της παραγωγής και της διανομής».
Οι εργάτες κατάλαβαν ότι ούτε τα σοβιέτ ούτε τα βιομηχανικά συνδικάτα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να λύσουν τα άμεσα οικονομικά προβλήματά τους ή για να βοηθήσουν στον συντονισμό των δραστηριοτήτων ανάμεσα στους διάφορους χώρους εργασίας. Τα σοβιέτ ελέγχονταν στενά από την εκτελεστική τους και ήταν απασχολημένα με την πολεμική ενάντια στην κυβέρνηση για πολιτικά ζητήματα, όπως η συνεχιζόμενη ρωσική εμπλοκή στον παγκόσμιο πόλεμο.
Ούτε τα βιομηχανικά συνδικάτα προσέφεραν πολλά: υπό το τσαρικό καθεστώς ήταν παράνομα. Είχαν συγκροτηθεί από πάνω προς τα κάτω από τα πολιτικά κόμματα και συνέχιζαν εν πολλοίς να είναι παραρτήματά τους. Κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους του 1917 τα περισσότερα συνδικάτα ελέγχονταν από τους μενσεβίκους. Παρ’ ότι τα μέλη τους είχαν αυξηθεί από 100.000 σε 1.000.000 μέσα στο 1917, αυτό ήταν αποτέλεσμα κυρίως της ανάπτυξης των εργοστασιακών επιτροπών. Οι ριζοσπάστες εργάτες έτειναν να μπαίνουν στα συνδικάτα περισσότερο για λόγους αρχής παρά γιατί αυτά είχαν κάποια πραγματική παρουσία στους χώρους εργασίας. Ο Μπίλ Σάτοβ (Bill Shatov), μέλος των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (Industrial Workers of the World – I.W.W.) που είχε επιστρέψει στην πατρίδα του τη Ρωσία, περιέγραψε τα συνδικάτα σαν «ζωντανά πτώματα».
Έως το Σεπτέμβριο του 1917 οι μπολσεβίκοι είχαν αποκτήσει την πλειοψηφία στα σημαντικότερα ρωσικά σοβιέτ. Οι μισοί περίπου αντιπρόσωποι στο σοβιέτ της Πετρούπολης προέρχονταν από τον ρωσικό στρατό. Με τα στρατεύματα πιστά στα σοβιέτ, ο έλεγχος που ασκούσαν οι μπολσεβίκοι σ’ αυτά τους επέτρεψε να καταλάβουν την κρατική εξουσία στο τέλος του Οκτώβρη.
Η νέα κυβερνητική δομή ήταν το ρωσικό κοινοβούλιο – δηλαδή η κεντρική εκτελεστική επιτροπή του κογκρέσου όλων των ρωσικών σοβιέτ, αποτελούμενη από 350 μέλη. Όπως και σε άλλα κοινοβουλευτικά συστήματα, η κυβέρνηση συγκροτήθηκε ως εκτελεστική επιτροπή ή συμβούλιο υπουργών του κοινοβουλίου. Αυτή η εκτελεστική ήταν το συμβούλιο των κομισάριων του λαού («Σόβναρκομ»). Ο Λένιν, ως πρόεδρος αυτής της επιτροπής, ήταν η κεφαλή της κυβέρνησης6 . Τα τοπικά και περιφερειακά σοβιέτ, που έτσι κι αλλιώς αντιπροσώπευαν πολύ λίγα πράγματα παραπάνω από το να είναι υποχείρια των κομματικά ελεγχόμενων εκτελεστικών τους, λειτουργούσαν τώρα ως «σώμα εκλεκτόρων» (με την αμερικάνικη έννοια) για την έμμεση εκλογή του κοινοβουλίου. Ως δομή νομιμοποιούσαν τη νέα μπολσεβίκικη κυβέρνηση, που βασιζόταν στην ευρεία υποστήριξη των σοβιέτ από τους ρώσους εργάτες και το στρατιωτικό προσωπικό το 1917. Όμως το έμμεσο σύστημα εκλογής και η αυστηρή συγκεντροποίηση σήμαιναν ότι δεν μπορούσαν να ελεγχθούν αποτελεσματικά από τους απλούς εργάτες ή να χρησιμοποιηθούν απ’ αυτούς για να εισηγηθούν, να πάρουν και να ελέγξουν τις αποφάσεις.
Τον Οκτώβρη του 1917 υπήρχε μια περίπλοκη κατάσταση στη ρωσική βιομηχανία. «Στην πράξη η εφαρμογή του εργατικού ελέγχου πήρε μια ποικιλία μορφών στα διάφορα μέρη της Ρωσίας», γράφει ο Μπρίντον. «Εν μέρει αυτές καθορίζονταν από τις τοπικές συνθήκες αλλά κυρίως από τον βαθμό της αντίστασης που επέδειξαν οι διάφοροι τομείς της εργοδοτικής τάξης. Σε κάποια μέρη τ’ αφεντικά απαλλοτριώθηκαν πάραυτα, από τα κάτω. Σε άλλες περιπτώσεις απλά υποβλήθηκαν σε κάποιου τύπου εποπτικό έλεγχο, ασκούμενο από τις εργοστασιακές επιτροπές»7 .
Αυτός ο «εποπτικός έλεγχος» περιλάμβανε για παράδειγμα το δικαίωμα να μπαίνει βέτο στις αποφάσεις προσλήψεων της διεύθυνσης, προκειμένου να μην προσλαμβάνονται απεργοσπάστες. Αφού πήρε την εξουσία το μπολσεβίκικο κόμμα, η κατάσταση περιπλέχτηκε κι άλλο, με κάποιες επιχειρήσεις «να εθνικοποιούνται από τα πάνω με διατάγματα της κεντρικής κυβέρνησης».
Στα τέλη του 1917 ο Λένιν δεν ευνοούσε την άμεση εθνικοποίηση της οικονομίας. Ο Μπρίντον πιστεύει ότι ο Λένιν ήταν αντίθετος στην απαλλοτρίωση των καπιταλιστών «λόγω του ότι υποτιμούσε την τεχνολογική και διοικητική ωριμότητα του προλεταριάτου».
Ο Λένιν διέβλεπε πως η «δυαδική εξουσία» του «εποπτικού ελέγχου» και της εργοδοσίας που υπήρχε σε πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις θα συνεχιζόταν για κάμποσο καιρό. Το δικαίωμα των εργοστασιακών επιτροπών να εμπλέκονται σ’ αυτό τον έλεγχο κατοχυρώθηκε νομικά τον Νοέμβριο του 1917 με το διάταγμά του για τον «εργατικό έλεγχο». Ο Λένιν δεν συνηγορούσε στο να αναλάβουν οι εργάτες τον έλεγχο της παραγωγής ή ν’ απαλλοτριώσουν τους καπιταλιστές με δική τους πρωτοβουλία.
Κατά τη διάρκεια του 1917 πολλοί ρώσοι εργάτες προσέβλεπαν σ’ ένα καταμερισμό εργασίας κατά τον οποίο οι εργοστασιακές επιτροπές θα αναλάμβαναν τη διεύθυνση της οικονομίας, ενώ τα σοβιέτ θα γίνονταν η νέα πολιτική διοίκηση ή κυβερνητική δομή8. Οι μπολσεβίκοι πίεζαν το κίνημα των εργοστασιακών επιτροπών να περιορίσει τις φιλοδοξίες του σχετικά με «την οικονομία». Το «κόμμα των εργατών» θα αναλάμβανε την πολιτική εξουσία.
Ο περιορισμός της επιδίωξης των εργοστασιακών επιτροπών ν’ ασκούν τον έλεγχο της οικονομίας θα αποδεικνυόταν και η καταστροφή του ρωσικού κινήματος των εργοστασιακών επιτροπών. Πάντως, αν και η άμεση διεύθυνση της παραγωγής είναι απαραίτητη για την εργατική εξουσία, κατά τ’ άλλα δεν είναι επαρκής: οι εργάτες πρέπει να έχουν στα χέρια τους και την πολιτική εξουσία –τους θεσμούς που θεσπίζουν κι επιβάλλουν τους βασικούς κανόνες στην κοινωνία. Αν όχι, δεν θα ‘ναι ικανοί να υπερασπιστούν την εξουσία τους επί της παραγωγής.
Οι ρώσοι εργάτες πίστεψαν ότι οι μπολσεβίκοι, μετά την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας μέσω των σοβιέτ, θα υποστήριζαν τις βλέψεις τους για οικονομικό έλεγχο. Έτσι η συγκρότηση της νέας μπολσεβίκικης κυβέρνησης τον Οκτώβρη έδωσε το έναυσμα για το ξέσπασμα πυρετώδους δραστηριότητας από το κίνημα των εργοστασιακών επιτροπών. Παρ’ ότι το διάταγμα του Λένιν για τον «εργατικό έλεγχο» απλώς και μόνο νομιμοποίησε έναν έλεγχο που ήδη είχαν επιτύχει οι εργοστασιακές επιτροπές, ενθάρρυνε τους εργάτες να πάνε παρακάτω, καθότι πίστεψαν ότι οι προσπάθειές τους θα είχαν επίσημη επικύρωση. Δεν έδωσαν πολύ σημασία στο όριο που έθεσε ο Λένιν ανάμεσα στον έλεγχο και τη διεύθυνση. Εξάλλου, δεν ήταν ρεαλιστική η αντίληψή του ότι αυτή η κατάσταση «δυαδικής εξουσίας» στα εργοστάσια θα μπορούσε να διατηρείται επ’ άπειρον. Ο Κρίτζμαν (Kritzman), ένας «αριστερός» κομμουνιστής, άσκησε την εξής κριτική στο διάταγμα για τον εργατικό έλεγχο:
«Οι εργοδότες δε θα ‘ταν ποτέ διατεθειμένοι να διεκπεραιώνουν τις δουλειές τους με μόνο σκοπό να διδάξουν τους εργάτες πώς να τις διευθύνουν. Αντίστροφα, οι εργάτες ένιωθαν μόνο μίσος για τους καπιταλιστές και δεν έβλεπαν τον λόγο για τον οποίο θα ‘πρεπε να παραμένουν εθελοντικά εκμεταλλευόμενοι».
«Η αυθόρμητη τάση των εργατών να οργανώνουν εργοστασιακές επιτροπές», έγραψε ο ιστορικός Καρρ (E. H. Carr), «ενθαρρυνόταν αναπόφευκτα από μια επανάσταση που έκανε τους εργάτες να πιστεύουν πως ο παραγωγικός μηχανισμός της χώρας τούς ανήκε και θα μπορούσαν οι ίδιοι να τον θέσουν σε κίνηση με τη δική τους ευχέρεια και για δικό τους όφελος. Ό,τι είχε ξεκινήσει πριν την οκτωβριανή επανάσταση τώρα συνέβαινε πιο συχνά και πιο ανοιχτά και, για την ώρα, τίποτα δε θα μπορούσε να βάλει φραγμό στην ορμή της εξέγερσης»9.
Απ’ αυτό τον αναβρασμό προήλθε η πρώτη απόπειρα του κινήματος των εργοστασιακών επιτροπών να σχηματίσουν τη δική τους εθνική οργάνωση, ανεξάρτητη από τα συνδικάτα και τα πολιτικά κόμματα. Τον Δεκέμβριο, το κεντρικό σοβιέτ των εργοστασιακών επιτροπών της περιοχής της Πετρούπολης δημοσίευσε έναν πρακτικό οδηγό για την εφαρμογή του εργατικού ελέγχου στη βιομηχανία. Ο οδηγός προέτασσε ότι «ο εργατικός έλεγχος θα μπορούσε ραγδαία να εξελιχθεί σε εργατική διεύθυνση». Ανακοίνωνε επίσης την πρόθεση οργάνωσης των επιτροπών σε περιφερειακές ομοσπονδίες και μια εθνική συνομοσπονδία.
Ο Ισαάκ Ντόϊτσερ (Isaac Deutscher) εξηγεί τι έγινε τότε:
«Οι εργοστασιακές επιτροπές αποπειράθηκαν να σχηματίσουν τη δική τους εθνική οργάνωση, με στόχο να διασφαλίσουν με ουσιαστικό τρόπο την οικονομική τους δικτατορία. Τότε οι μπολσεβίκοι κάλεσαν τα συνδικάτα να παράσχουν μια ειδική υπηρεσία στο εν τω γίγνεσθαι σοβιετικό κράτος, πειθαρχώντας στις εργοστασιακές επιτροπές. Τα συνδικάτα ανταποκρίθηκαν κι αντιτέθηκαν σθεναρά στην προσπάθεια των τελευταίων να συγκροτήσουν τη δική τους εθνική οργάνωση. Εμπόδισαν τη σύγκληση του σχεδιαζόμενου παν-ρωσικού συνεδρίου των εργοστασιακών επιτροπών και απαίτησαν την απόλυτη υποταγή τους.»10

Πάντως, το μπολσεβίκικο κόμμα μόλις που είχε καταλάβει την κρατική εξουσία κι η παραμονή του σ’ αυτή θα γινόταν ακόμα πιο επισφαλής με το ξέσπασμα του ρωσικού εμφυλίου πολέμου το Μάιο του 1918. Γι’ αυτό προέβη σ’ ένα συμβιβασμό, σύμφωνα με τον οποίο το κόμμα δεσμευόταν απέναντι στα εργατικά συνδικάτα ως προς τον έλεγχο της οικονομίας απ’ αυτά.
Με τη σειρά του, το γεγονός αυτό βοήθησε την κομματική ηγεσία να κερδίσει τη συνεργασία των στελεχών των κομματικών συνδικάτων στην καταστολή της ορμής του κινήματος των εργοστασιακών επιτροπών για άμεση εργατική διεύθυνση. Η ιδέα του ελέγχου της οικονομίας από τα συνδικάτα θα διατυπωνόταν στο άρθρο 5 του προγράμματος που υιοθέτησε το συνέδριο του κομμουνιστικού κόμματος το 1919:
«Ο οργανωτικός μηχανισμός της κοινωνικοποιημένης βιομηχανίας πρέπει να βασιστεί πρωτίστως στα εργατικά συνδικάτα...συμμετέχοντας ήδη σε όλα τα τοπικά και κεντρικά όργανα της βιομηχανικής διοίκησης σύμφωνα με την εδραιωμένη πρακτική και τους νόμους της σοβιετικής δημοκρατίας, τα συνδικάτα πρέπει, ως ένα οικονομικό σώμα, να προχωρήσουν στην πραγματική συγκέντρωση στα χέρια τους της διαχείρισης ολόκληρης της οικονομίας».
Το πρώτο βήμα για την- δια του κεντρικού σχεδιασμού από τα πάνω- υπονόμευση της ορμητικής τάσης των εργατών για αυτοδιαχείριση, ήταν το διάταγμα της 5ης Δεκεμβρίου του 1917, το οποίο συγκροτούσε το ανώτατο οικονομικό συμβούλιο («βεσένκα») υπό την άμεση εξουσία της σόβναρκομ. Το βεσένκα απαρτίστηκε από μπολσεβίκους αξιωματούχους των συνδικάτων, αφοσιωμένους στο μπολσεβίκικο κόμμα, και «ειδικούς» διορισμένους απ’ την κυβέρνηση. Στο βεσένκα ανατέθηκε το καθήκον της εκπόνησης «ενός σχεδίου για την οργάνωση της οικονομικής ζωής της χώρας» κι επίσης έπρεπε «να κατευθύνει προς ένα ενιαίο στόχο» τις δραστηριότητες όλων των υπαρχόντων οικονομικών αρχών. Εδώ αναγνωρίζουμε τις απαρχές ενός μηχανισμού κεντρικού σχεδιασμού, που αναλαμβάνει διευθυντικές λειτουργίες.
Η τύχη του κινήματος των εργοστασιακών επιτροπών καθορίστηκε μετά από σκληρή μάχη στο πρώτο παν-ρωσικό συνέδριο των εργατικών συνδικάτων τον Ιανουάριο του 1918. Εκεί οι μπολσεβίκοι έβαλαν σε κίνηση το σχέδιο της υπαγωγής των επιτροπών στον ιεραρχικό έλεγχο των συνδικάτων. Η κύρια ρωσική πολιτική τάση με όραμα την άμεση αυτοδιεύθυνση των εργατών ήταν οι αναρχοσυνδικαλιστές. Στο συνέδριο αυτό, οι 25 αναρχοσυνδικαλιστές αντιπρόσωποι, που εκπροσωπούσαν τους εργάτες ορυχείων του Ντον Μπάζιν, τους σιδηροδρομικούς της Μόσχας και άλλους εργάτες, έκαναν απεγνωσμένες προσπάθειες να υπερασπιστούν το κίνημα των εργοστασιακών επιτροπών και την τάση του προς την άμεση εργατική διεύθυνση.
Πρότειναν «να μεταφερθεί άμεσα η οργάνωση της παραγωγής, των μεταφορών και της διανομής στα χέρια των ίδιων των ανθρώπων του μόχθου και όχι στο κράτος ή σε κάποιο δημόσιο υπηρεσιακό μηχανισμό που θα απαρτίζεται από τον ένα ή τον άλλο ταξικό εχθρό».
Ο Μαξίμωφ (G. P. Maximov), επιφανής αναρχοσυνδικαλιστής, έκανε τη διάκριση ανάμεσα στον οριζόντιο συντονισμό και τον ιεραρχικό έλεγχο της οικονομίας: «ο στόχος του προλεταριάτου είναι να συντονίσει όλες τις δραστηριότητες... να δημιουργήσει ένα κέντρο, αλλά όχι ένα κέντρο έκδοσης διαταγμάτων και κανονισμών, αλλά ρυθμιστικό– καθοδηγητικό, και μόνο μέσα απ’ αυτό να οργανώσει τη βιομηχανική ζωή της χώρας».
Παρά ταύτα οι μπολσεβίκοι απέσπασαν την απόφαση που ήθελαν. Η πλειοψηφία των αντιπροσώπων, όπως και των μενσεβίκων και των υποστηρικτών του σοσιαλ-επαναστατικού κόμματος ψήφισαν υπέρ της υπαγωγής των εργοστασιακών επιτροπών στα εργατικά συνδικάτα.
Έχοντας τον έλεγχο της κυβέρνησης, των ενόπλων δυνάμεων, του συνδικαλιστικού μηχανισμού και της πλειοψηφίας των εργοστασιακών επιτροπών, το μπολσεβίκικο κόμμα μπορούσε τώρα να δαμάσει το κίνημα των τελευταίων. Οποιοδήποτε εργοστάσιο δεν συμβάδιζε με τη γραμμή, μπορούσε να απομονωθεί και να του αρνηθούν την πρόσβαση σε πόρους.
«Η μπολσεβίκικη προπαγάνδα μέσα στα επόμενα χρόνια», γράφει ο Μπρίντον, θα επαναλάμβανε επίμονα ότι οι εργοστασιακές επιτροπές «δεν ήταν τα κατάλληλα όργανα για την οργάνωση της παραγωγής σε εθνική κλίμακα»11. Ο Ντόϊτσερ λέει για παράδειγμα ότι «από τις απαρχές της συγκρότησής τους, οι εργοστασιακές επιτροπές... αποσκοπούσαν να έχουν τον τελευταίο λόγο σε όλα τα θέματα που αφορούσαν το εργοστάσιο, την παραγωγή, το απόθεμα πρώτων υλών, τις συνθήκες εργασίας κλπ και έδιναν ελάχιστη έως καθόλου σημασία στις ανάγκες της βιομηχανίας ως συνόλου»12.
Η λενινιστική επιχειρηματολογία προωθεί ένα ψευδεπίγραφο δίλημμα: ή αυτονομία κάθε εργοστασίου αλλά χωρίς συντονισμό ή ένας μηχανισμός κεντρικού σχεδιασμού με στόχο την κατάρτιση ενός σχεδίου και την έκδοση εντολών μέσω μιας ιεραρχίας. Οι λενινιστές «απορρίπτουν την εργατική αυτοδιαχείριση με ειρωνικά σχόλια για “σοσιαλισμό σε ένα μόνο εργοστάσιο”»13, λέει ο Μπρίντον, «ή με δήθεν βαθυστόχαστες επισημάνσεις όπως “δεν μπορείς να ‘χεις ομάδες εργατών που να κάνουν ό,τι θέλουν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους την οικονομία συνολικά”»14. Όμως, υπάρχει και μια τρίτη εναλλακτική: ένα σύστημα οριζόντιου σχεδιασμού και συντονισμού στη βάση της αυτοδιαχείρισης. Γιατί να μην μπορούν οι ίδιοι οι εργάτες και οι καταναλωτές να εκπονήσουν ένα σχέδιο;
Μέσα απ’ την ίδια τους την εμπειρία, οι ρώσοι εργάτες είχαν από μόνοι τους συνειδητοποιήσει την ανάγκη για συντονισμό και σχεδιασμό της οικονομίας σε ευρύτερη κλίμακα. Αυτός ήταν ο γνώμονας των προτάσεών τους για το σχηματισμό περιφερειακών και εθνικών ομοσπονδιών εργοστασιακών επιτροπών και για το κάλεσμα ενός εθνικού συνεδρίου τους.
Οι κοοπερατίβες των καταναλωτών κατά τη διάρκεια της ρωσικής επανάστασης έφτασαν τα 12 εκατομμύρια μέλη. Όταν οι εργάτες πήραν τον έλεγχο των εργοστασίων το 1917, πολλές φορές ανέπτυξαν δεσμούς μ’ αυτές τις οργανώσεις αναφορικά με τη διανομή των προϊόντων του εργοστασίου τους. Αυτές οι σχέσεις θα μπορούσαν να ‘χουν συστηματοποιηθεί με στόχο την απορρόφηση και κατανάλωση των προϊόντων σε κάποιου τύπου συμμετοχικού, και από τη βάση ελεγχόμενου, συστημικού σχεδίου.
Η πρόταση για διεύθυνση της οικονομίας από τα συνδικάτα, όπως επικυρώθηκε από το συνέδριο του κομμουνιστικού κόμματος το 1919, δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Σε αντάλλαγμα για την καταστολή των ανεξάρτητων πρωτοβουλιών των εργοστασιακών επιτροπών, τα μέλη των συνδικάτων του κόμματος είχαν διοριστεί σε διάφορες κυβερνητικές και διευθυντικές επιτροπές, αλλά αυτό συνδυάστηκε και με τον κυβερνητικό διορισμό διευθυντών και την άσκηση ελέγχου από τα πάνω. Ήδη από τις 9 Νοεμβρίου του 1917 καταργήθηκε το κεντρικό σοβιέτ των εργαζομένων που είχε πάρει τον έλεγχο του ταχυδρομικού συστήματος κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Ο νέος αρμόδιος υπουργός εξέδωσε διάταγμα που έλεγε:
«Καμιά επιτροπή για τη διαχείριση των ταχυδρομικών υπηρεσιών και του τηλέγραφου δεν μπορεί να σφετερίζεται τις λειτουργίες που ανήκουν στην κεντρική εξουσία και σε μένα ως κομισάριο του λαού».
Στα 1921 η δυσαρέσκεια των εργατών είχε γενικευτεί και ξέσπασαν απεργίες στην Πετρούπολη και την Μόσχα. Ο άμεσος κίνδυνος που προερχόταν από το εμπάργκο από το εξωτερικό και τον εμφύλιο πόλεμο είχε παρέλθει, και τώρα η συνδικαλιστική βάση του κόμματος πίεζε για μεγαλύτερο μερίδιο λόγου στη διεύθυνση της οικονομίας. Η συζήτηση επί τούτου θα κορυφωνόταν στο συνέδριο του κομμουνιστικού κόμματος τον Μάρτιο του 1921. Η εργατική αντιπολίτευση κατηγόρησε την κομματική ηγεσία ότι είχε αποτύχει να ανταπεξέλθει στις υποσχέσεις του προγράμματος του 1919 και «είχε μειώσει στο μηδέν την επιρροή της εργατικής τάξης». Με «το κόμμα και τις οικονομικές αρχές να έχουν γεμίσει αστούς τεχνοκράτες», υποστήριξαν ότι η λύση ήταν η διεύθυνση της οικονομίας από τα συνδικάτα. Πρότειναν λοιπόν να καλεστεί ένα πανρωσικό συνέδριο παραγωγών για να εκλέξει τη διεύθυνση της εθνικής οικονομίας, με τα διάφορα βιομηχανικά συνδικάτα να εκλέγουν τα διευθυντικά συμβούλια των αντίστοιχων βιομηχανικών τομέων.
Ο Λένιν κατήγγειλε την πίεση αυτή ως «συνδικαλιστική απόκλιση». «Αναιρεί την ανάγκη για την ύπαρξη του κόμματος: αν τα συνδικάτα, των οποίων τα μέλη δεν είναι μέλη του κόμματος κατά τα εννιά δέκατα, διορίζουν τους διευθυντές της βιομηχανίας, τότε ποιος ο λόγος ύπαρξης του κόμματος;» ρώτησε. Εδώ βλέπουμε την αντίληψη του Λένιν για το κόμμα ως σύνολο διευθυντικών στελεχών που εφαρμόζουν το πρόγραμμά τους μέσω μιας κάθετης ιεραρχίας. Υιοθετεί την άποψη ότι οι εργάτες από μόνοι τους είναι ανίκανοι να διευθύνουν την οικονομία και γι’ αυτό εκείνη που πρέπει να επιλαμβάνεται είναι η κομματική ιντελιγκέντσια.
Ο Τρότσκυ με τη σειρά του κατήγγειλε την εργατική αντιπολίτευση για «επικίνδυνη συνθηματολογία»:
«Έχουν φετιχοποιήσει τις δημοκρατικές αρχές. Έχουν τοποθετήσει το δικαίωμα των εργατών να εκλέγουν αντιπροσώπους πάνω από το κόμμα, σαν να μην ήταν αυτό εξουσιοδοτημένο να ασκεί τη δικτατορία του, ακόμα κι αν αυτή συγκρουόταν με τις περαστικές διαθέσεις της δημοκρατίας των εργατών».
Το κομματικό συνέδριο έληξε όχι μόνο με την ήττα της εργατικής αντιπολίτευσης αλλά και με το κόμμα ν’ απαγορεύει τις εσωτερικές διαφωνίες. Τα μέλη του δ.σ. του συνδικάτου των μεταλλεργατών ήταν οι ηγέτες της εργατικής αντιπολίτευσης. Όταν η κομματική κλίκα μέσα στο συνδικάτο αρνήθηκε να υπακούσει στις εντολές του κόμματος για την καθαίρεσή τους, η κομματική κρατική ηγεσία επέβαλλε στο συνδικάτο μια κηδεμονία (όπως θα έλεγε και η AFL– CIO), δηλαδή τα εκλεγμένα μέλη του δ.σ. του συνδικάτου αντικαταστάθηκαν από κομματικούς εγκάθετους. Δεν ήταν η πρώτη φορά που εφαρμοζόταν αυτή η τακτική. Στα 1920 ο Τρότσκυ, ως κομισάριος επί των μεταφορών, είχε σπάσει το συνδικάτο των σιδηροδρομικών με το διορισμό νέων ηγετών.
Λίγο μετά το κομματικό συνέδριο του 1921, ο Μπογκντάνωφ και η ομάδα του «Αλήθεια των Εργατών» (μπολσεβίκικων καταβολών) διακήρυτταν ότι η επανάσταση είχε οδηγήσει «σε απόλυτη ήττα της εργατικής τάξης».
Ίσως η πιο σημαντική συνθήκη που κατέστησε δύσκολη τη νίκη της εργατικής επανάστασης στην Ρωσία ήταν το γεγονός ότι η εργατική τάξη ήταν μια μικρή μειοψηφία του πληθυσμού- όχι πάνω από δέκα τοις εκατό. Η Ρωσία του 1917 ήταν ακόμα μια ημι-φεουδαρχική χώρα. Η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν αγρότες, των οποίων βασική μέριμνα στην επανάσταση ήταν ν’ απαλλοτριώσουν τους μεγαλογαιοκτήμονες και να πάρουν τον έλεγχο των μικρών αγροτεμαχίων τους. Οι αγρότες παρήγαν κυρίως για τις δικές τους ανάγκες κι έτσι η παραγωγικότητα ήταν χαμηλή. Η φτώχεια, η ανοργανωσιά και ο αναλφαβητισμός των ρώσων αγροτών τούς εμπόδιζε να επιβάλουν τη δική τους λύση στη ρωσική κοινωνία. Στην Ρωσία δεν υπήρχε ο τύπος εκείνος του εκτεταμένου εργατικού συνδικαλισμού στον αγροτικό τομέα που κατέστησε ικανούς τους ισπανούς εργάτες της υπαίθρου να παίξουν σημαντικό ρόλο στην ισπανική επανάσταση του 1936.
Ήταν η μειοψηφική αυτή κατάσταση της εργατικής τάξης που την καταδίκασε σε ήττα; Ο Μαξίμωφ, που ήταν αγρονόμος, ήλπιζε ότι η τσαρική πολεμική βιομηχανία θα μετατρεπόταν σε μανιφατούρα παραγωγής τρακτέρ, ηλεκτρογεννητριών και άλλων προϊόντων, με σκοπό την ανταλλαγή τους με τα αγροτικά. Ήλπιζε ότι η στρατηγική της επένδυσης στην αγροτική οικονομία θα ενθάρρυνε συλλογικές οργανωτικές μεθόδους, μια κολεκτιβιστική νοοτροπία και θα αύξανε την παραγωγικότητα στις αγροτικές κοινότητες. Αυτή ήταν η ελευθεριακή σοσιαλιστική οπτική του Μαξίμωφ για τη ρωσική γεωργία15.
Ακόμα κι αν οι μπολσεβίκοι είχαν θελήσει ν’ ακολουθήσουν αυτή τη στρατηγική ειρηνικού μετασχηματισμού, το ξέσπασμα του ρωσικού εμφυλίου το Μάιο του 1918 θα γινόταν πρόσκομμα στη δρομολόγησή της. Ουσιαστικά ολόκληρη η ρωσική βιομηχανία μετατράπηκε σ’ έναν οργανισμό εφοδιασμού του κόκκινου στρατού. Οι πόλεις δεν παρήγαν ουσιαστικά τίποτα που να μπορούσε να γίνει αντικείμενο εμπορίου με τους αγρότες για τα προϊόντα τους. Έτσι οι μπολσεβίκοι κατέφυγαν σε επιτάξεις με τη βία, αρπάζοντας τα αγροτικά προϊόντα με την απειλή των όπλων. Αυτή η τακτική δεν ήταν και πολύ αποτελεσματική. Οι αγρότες αντιστάθηκαν και οι πόλεις λιμοκτονούσαν. Ο αστικός πληθυσμός της Ρωσίας μειώθηκε τουλάχιστον κατά το ήμισυ στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Οι εργάτες μετακόμισαν στα ξαδέρφια τους στην ύπαιθρο. Τουλάχιστον εκεί δεν θα λιμοκτονούσαν.
Η λύση του Λένιν για την αυξανόμενη αγροτική δυσαρέσκεια ήταν η νέα οικονομική πολιτική, με έτος έναρξης το 1921. Η πολιτική αυτή ενθάρρυνε την καπιταλιστική ανάπτυξη και το ελεύθερο εμπόριο των αγροτικών προϊόντων. Τελικά ο Στάλιν ήταν εκείνος που «έλυσε» το πρόβλημα της χαμηλής αγροτικής παραγωγικότητας, μέσω της βίαιης εκμηχάνισης και κολεκτιβοποίησης. Αυτό εξώθησε μεγάλο μέρος του αγροτικού πληθυσμού στην αστική βιομηχανία. Η κρατική ιεραρχία μπορούσε πλέον να εκμεταλλευτεί τα αποδοτικά οφέλη από την αγροτική επένδυση για να οικοδομήσει τη ρωσική βιομηχανία.
Οι απολογητές των μπολσεβίκων επισημαίνουν συνήθως διάφορους «συγκυριακούς» παράγοντες για να δικαιολογήσουν την ήττα της εργατικής επανάστασης στην Ρωσία– την ξένη εισβολή και τον εμφύλιο πόλεμο, την αποτυχία της επανάστασης στην Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και πάει λέγοντας. Όμως, ούτε οι παράγοντες αυτοί, ούτε το μειοψηφικό στάτους της εργατικής τάξης στηn Ρωσία επαρκούν για να εξηγήσουν την ήττα της εργατικής επανάστασης, με τον παράδοξο τρόπο που έλαβε χώρα. Οι εργατικές επαναστάσεις έχουν κατά καιρούς ηττηθεί από μια βίαιη αντίδραση που σώζει το σύστημα της ιδιοκτησίας της καπιταλιστικής τάξης, όπως στην Ιταλία του ’20, την Ισπανία του ’30, την Χιλή του ’70.
Όμως η καπιταλιστική τάξη στην Ρωσία είχε απαλλοτριωθεί και ένα νέο οικονομικό σύστημα είχε αναδυθεί, βασισμένο στη δημόσια ιδιοκτησία και την υπαγωγή της οικονομίας στον κεντρικό σχεδιασμό και όχι στη ρύθμιση της αγοράς.
Μια νέα τάξη αναδύθηκε ως ιθύνουσα σ’ αυτό το οικονομικό σύστημα. Αντίθετα με την καπιταλιστική, όσοι την αποτελούσαν ήταν μισθωτοί, υπάλληλοι του κράτους. Ο Μπρίντον αναφέρεται σ’ αυτή την τάξη με τον όρο «γραφειοκρατία». Αλλά «γραφειοκρατίες» υπάρχουν σε όλα τα είδη των οργανώσεων. Μια τάξη χαρακτηρίζεται από τον ειδικό ρόλο που παίζει στην κοινωνική παραγωγή.
Πιστεύω ότι σε αυτό το σημείο θα βοηθούσε να εξετάσουμε τον τύπο ιεραρχίας που αναπτύχθηκε στην καπιταλιστική βιομηχανία των ΗΠΑ κατά τις αρχές του 20ου αιώνα. Η ανάδυση μεγάλων τραστ έδωσε στους καπιταλιστές επαρκείς πόρους για να επανασχεδιάσουν συστηματικά την αγορά εργασίας και την παραγωγική διαδικασία προς όφελός τους, εξουδετερώνοντας την αυτονομία που προσέδιδαν στους εργάτες οι ιδιαίτερες δεξιότητές τους, τις οποίες είχαν κληρονομήσει από τη χειροτεχνική παράδοση. «Ειδικοί της αποδοτικότητας» όπως ο Φρέντερικ Τέϊλορ (Frederick Taylor) συνηγόρησαν για τη συγκέντρωση της λήψης αποφάσεων και το πέρασμα της παραγωγής ως έννοιας στα χέρια μιας διευθυντικής ελεγκτικής ιεραρχίας, αποσπώντας τα από τους χειρώνακτες. Η ιδέα του τεϊλορισμού ήταν η μεταβολή της ισορροπίας δυνάμεων δια της απόσπασης του ελέγχου από την κατώτατη βαθμίδα παραγωγής προς την πλευρά της διεύθυνσης. Η απόπειρα αυτή για επιβολή μεγαλύτερου ελέγχου πάνω στη δουλειά των εργατών προβλήθηκε στους ιδιοκτήτες με όρους προοπτικής της εταιρείας να εξασφαλίσει μακροπρόθεσμη κερδοφορία, αλλά ταυτόχρονα ισχυροποίησε μια νέα τάξη ανθρώπων. Την περίοδο ανάμεσα στο 1890 και το 1920 αναδύθηκε μια καινούρια τάξη επαγγελματιών διευθυντών, μηχανικών και άλλων ειδικών συμβούλων της διεύθυνσης. Αυτοί αποτέλεσαν τα στελέχη που επάνδρωσαν τις νέες ελεγκτικές ιεραρχίες στις εταιρείες και το κράτος. Η δύναμη αυτής της τεχνο-διευθυντικής ή συντονίστριας τάξης ανθρώπων16, ως μισθωτών, δεν βασίζεται στην ιδιοκτησία κεφαλαίου αλλά στη συγκέντρωση εξουσίας που βασίζεται στην εμπειρογνωμοσύνη της εξειδικευμένης γνώσης και τη λήψη αποφάσεων.
Αυτή η συντονίστρια τάξη βρισκόταν μόλις στα αρχικά στάδια της ανάπτυξής της στη ρωσική οικονομία κατά τις αρχές του 20ου αιώνα. Στην πραγματικότητα η ιντελιγκέντσια του μπολσεβίκικου κόμματος είχε παραμεριστεί μαζί με τους τεχνικούς και τους διευθυντές του καπιταλιστικού καθεστώτος. Όμως η ρωσική επανάσταση έδειξε ότι ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθεί το κράτος για να οργανωθεί και πάλι μια οικονομία στην οποία θα κυριαρχούσε η συντονίστρια τάξη. Η μπολσεβίκικη ιδεολογία και το πρόγραμμά της είναι ένα ουσιώδες συστατικό της εξήγησης που αφορά στην ανάδυση αυτού του νέου ταξικού συστήματος.
Ο Μπρίντον ισχυρίζεται πειστικά ότι ούτε ο Λένιν ούτε ο Τρότσκυ πίστεψαν ποτέ, ή συνηγόρησαν στη διεύθυνση της παραγωγής από τους εργάτες. Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους τον Οκτώβρη του 1917, «όλη η πρακτική» του Λένιν, όπως σημειώνει ο Μπρίντον, «ήταν να καταγγέλλει τις απόπειρες των εργατών να διευθύνουν την οικονομία ως “πρόωρες”, “ουτοπικές”, “αναρχικές”, “επιβλαβείς”» και πάει λέγοντας17.
Μεγάλο μέρος της συζήτησης εντός του κομμουνιστικού κόμματος στα 1920-21 είχε να κάνει με τη «διεύθυνση από έναν άνθρωπο». Ήδη τον Απρίλιο του 1918 ο Λένιν έγραφε:
«Η ανενδοίαστη υπακοή σε μία μόνη βούληση είναι απολύτως απαραίτητη για την επιτυχία των εργασιακών προτσές που βασίζονται σε μεγάλης κλίμακας βιομηχανοποίηση... σήμερα η επανάσταση απαιτεί, για το συμφέρον του σοσιαλισμού, οι μάζες να υπακούουν τυφλά στη μοναδική βούληση των ηγετών του εργασιακού προτσές».
Αυτή η συζήτηση όμως ήταν παραπλανητική, αφού το πραγματικό ζήτημα δεν έγκειται στο αν διευθύνει μια επιτροπή ή ένα πρόσωπο αλλά η σχέση της μάζας των εργατών με τη διαχειριστική εξουσία: θα την είχαν αυτοί ή όχι;
Πάντως, η λογική του κεντρικού σχεδιασμού πράγματι ευνοεί την αρμοδιότητα του ενός προσώπου. Αν τα σχέδια γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας από μια ελίτ και μετά εφαρμόζονται από τους εργάτες ως σετ διαταγών, τότε αυτοί που αποτελούν το μηχανισμό που σχεδιάζει θα θελήσουν να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν τις διαταγές τους. Κι αυτό είναι ευκολότερο αν υφίσταται μόνο ένα πρόσωπο που είναι υπόλογο στους από πάνω, παρά μια ολόκληρη συλλογικότητα.
Οι μπολσεβίκοι ηγέτες πίστευαν ότι ο τύπος των ιεραρχικών δομών σε μια αναπτυγμένη από τον καπιταλισμό βιομηχανία ήταν ταξικά ουδέτερος. Ισχυρίζονταν ότι η διευθυντική εξουσία μπορούσε να ασκείται προς όφελος της εργατικής τάξης αρκεί το «εργατικό κόμμα» να ελέγχει το κράτος το οποίο διαχειρίζεται την οικονομία.
Αυτή η αντίληψη δεν ήταν αποκλειστικότητα του μπολσεβικισμού αλλά κοινός τόπος ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες μαρξιστές πριν από τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Για παράδειγμα, στο «Η Κοινή Λογική του Σοσιαλισμού», που δημοσιεύτηκε το 1911, ο Τζον Σπάργκο (John Spargo), μέλος του Αμερικάνικου Σοσιαλιστικού Κόμματος, υποστηρίζει ότι ο έλεγχος του κράτους από ένα εργατικό– σοσιαλιστικό πολιτικό κόμμα είναι επαρκής προϋπόθεση για να διασφαλιστεί και ο έλεγχος από την εργατική τάξη μιας οικονομίας διευθυνόμενης από το κράτος18. Κατά τον Μπρίντον, η εμμονή με την ιεραρχία– το διαχωρισμό της κοινωνίας σε κείνους που διατάζουν κι αυτούς που υπακούουν– είναι ριζωμένη στη σοσιαλδημοκρατία όπως και στο λενινισμό.
Όταν Μαρξ συνέταξε τους καταστατικούς κανόνες της πρώτης Διεθνούς των Εργατών το 1864, συμπεριέλαβε την αποστροφή της Φλώρα Τριστάν (Flora Tristan):
« Η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών». Η ανάλυση της ρωσικής επανάστασης από τον Μπρίντον δείχνει πως οι μπολσεβίκοι απέτυχαν να λάβουν σοβαρά υπόψη τους αυτήν την αρχή. Ο Μπρίντον συμφωνεί με το Μαρξ ότι η κινητήρια δύναμη της κοινωνικής αλλαγής είναι η ταξική πάλη κι ότι μέσα από τη διαδικασία αυτή η εργατική τάξη μπορεί ν’ απελευθερώσει τον εαυτό της. Το γεγονός ότι οι εργάτες πρέπει να εργάζονται όχι για να εκπληρώσουν τους δικούς τους σκοπούς αλλά αυτούς κάποιων άλλων, για τους οποίους είναι αναγκασμένοι να δρουν ως απλά όργανα– η συνθήκη της καπιταλιστικής κοινωνίας– συνιστά αυτό που ο Μαρξ ονόμασε «αλλοτριωμένη εργασία». Ο Μπρίντον πιστεύει ότι αυτή η «αλλοτριωμένη συνθήκη» είναι διάχυτη στην υπάρχουσα κοινωνία- δεν υφίσταται μόνο στον τομέα της εργασίας. Η απελευθέρωση προϋποθέτει την αντικατάστασή της από τον αυτοκαθορισμό τόσο στην παραγωγή όσο και στις άλλες όψεις της ζωής. Προκειμένου να χαράξουμε μια πορεία προς την απελευθέρωση, ο Μαρξ πίστευε ότι ήταν απαραίτητο να είμαστε ρεαλιστές, να είμαστε ικανοί να βλέπουμε μέσα από τις ψευδείς ιδεολογικές παρωπίδες, όπως αυτές της ρητορικής του αστικού φιλελευθερισμού σχετικά με τη δήθεν «δημοκρατία» κι «ελευθερία».
Η έμφαση στην αυτενέργεια, τον ταξικό αγώνα και τον ρεαλισμό συνιστά τη θετική πλευρά του Μαρξ, αυτή που ο Μπρίντον κρατά και στη δική του σκέψη, αλλά στη μαρξιστική πολιτική παράδοση συνδυάζεται με ιεραρχικά στοιχεία. Γιατί; Στη μαρξιστική θεωρία του «ιστορικού υλισμού», οι κοινωνικές μορφές καθίστανται ευάλωτες στην αστάθεια και υπόκεινται σε αντικατάσταση όταν «εμποδίζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων». Ο Μαρξ πιστεύει ότι η ορμητική τάση προς μια αέναα αυξανόμενη παραγωγικότητα είναι μια διϊστορική δύναμη που συνιστά μέτρο και κριτήριο της κοινωνικής προόδου. Αν ο τεϊλορισμός και η ανάπτυξη της βιομηχανικής ιεραρχίας είναι ο ιδιαίτερος τρόπος που χρησιμοποιεί ο καπιταλισμός για να αυξήσει την παραγωγικότητα, τότε οι παράγοντες αυτοί πρέπει να ‘ναι «προοδευτικοί», συμπεραίνουν κάποιοι μαρξιστές.
«Πρέπει να εγείρουμε το ζήτημα της εφαρμογής πολλών από τα επιστημονικά και προοδευτικά στοιχεία του τεϊλορικού συστήματος», έγραψε ο Λένιν το 1918. Έτσι, υποστήριξε την υιοθέτηση του τεϊλορικού σχεδίου της κατατεμαχισμένης εργασίας. «Η σοβιετική δημοκρατία... πρέπει να οργανώσει στην Ρωσία τη μελέτη και διδασκαλία του τεϊλορικού συστήματος». Το σφάλμα στο επιχείρημα αυτό έγκειται στην πεποίθηση ότι η παραγωγική αποτελεσματικότητα δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της ανάπτυξης των δεξιοτήτων και της γνώσης των εργατών υπό συνθήκες αυτοδιαχείρισης.
Στην μαρξιστική ανάλυση του καπιταλισμού η διαίρεση ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία είναι κεντρικής σημασίας: είμαστε αναγκασμένοι να πουλάμε το χρόνο μας στους εργοδότες επειδή η εργατική τάξη δεν κατέχει τα μέσα παραγωγής. Η ταξική εξουσία των ιδιοκτητών τούς δίνει τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται στυγνά την εργατική τάξη, συσσωρεύοντας υπεραξία ως ιδιωτικό κεφάλαιο.
Υφίσταται όμως και μια άλλη συστηματική εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, που την εγκλωβίζει απόλυτα μόλις ο καπιταλισμός φτάσει στην ώριμη κορπορατίστικη μορφή του. Τότε η εσωτερική λογική του οδηγεί σε συστηματική υπανάπτυξη των εργατικών δυνατοτήτων, καθώς η εμπειρογνωμοσύνη και η λήψη των αποφάσεων συγκεντρώνονται στα χέρια μιας άλλης τάξης, της συντονίστριας– αυτήν όμως ο μαρξισμός δεν την «βλέπει».
Αυτή η αδυναμία τόν κάνει ν’ αντιφάσκει με τον εαυτό του, αφού η ιεραρχική του διάσταση τόν μετατρέπει σε ιδεολογία μιας συντονίστριας τάξης, ένα πρόγραμμα για τη συνεχιζόμενη υποτέλεια της εργατικής. Η αντίληψη του «κόμματος της πρωτοπορίας» ως ρυθμιστή της κίνησης προς την κοινωνική αλλαγή δια της συγκέντρωσης της εμπειρογνωμοσύνης και της δύναμης λήψης αποφάσεων στα χέρια του, η αντίληψη ότι η «προλεταριακή εξουσία» συνίσταται στην ηγεσία ενός συγκεκριμένου κόμματος που ελέγχει ένα κράτος (εφαρμόζοντας το πρόγραμμά του από πάνω προς τα κάτω δια της κρατικής ιεραρχίας), ο έλεγχος της οικονομίας μέσω ενός κεντρικού σχεδιαστικού μηχανισμού– όλ’ αυτά δεν ισχυροποιούν την εργατική τάξη. Οι κρατικές ιεραρχίες, όπως κι αυτές στις ιδιωτικές εταιρείες, βασίζονται στη συγκέντρωση της επαγγελματικής εξειδίκευσης και της δύναμης λήψης αποφάσεων στα χέρια μιας συντονίστριας ελίτ. Ένας πάγιος στρατηγικός προσανατολισμός που σκέφτεται με όρους μιας κομματικής ηγεσίας που παίρνει υπό τον έλεγχό της το κράτος και μετά εφαρμόζει το πρόγραμμά της από τα πάνω, μέσω της κρατικής ιεραρχίας, είναι στρατηγική που ισχυροποιεί τη συντονίστρια τάξη. Αυτό αντιφάσκει με τον εξισωτικό κι απελευθερωτικό λόγο που παραδοσιακά αρθρώνει ο σοσιαλισμός στην προσπάθειά του να δραστηριοποιήσει τους ανθρώπους.
Δεν υποστηρίζω εδώ ότι η ισχυροποίηση της εργατικής τάξης δεν προϋποθέτει την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Η εργατική τάξη δεν μπορεί ν’ απελευθερώσει τον εαυτό της από την υποτέλειά της στις κυρίαρχες τάξεις αν δεν αναλάβει τόσο τη διεύθυνση της βιομηχανίας όσο και τη διακυβέρνηση της κοινωνίας. Αυτό προϋποθέτει ότι ελέγχει την πολιτική δομή μέσω της οποίας θεσπίζονται κι επιβάλλονται οι βασικοί κοινωνικοί κανόνες. Όμως το ιεραρχικό κράτος δεν είναι η μόνη δυνατή μορφή πολιτικής δομής. Μπορούμε να οραματιστούμε και μια δομή αυτοδιαχείρισης βασισμένης σε θεσμούς δημοκρατίας από τα κάτω. Το θέμα είναι ότι πρέπει να είναι οι μάζες των ίδιων των ανθρώπων που «παίρνουν την εξουσία», μέσα από δημοκρατικούς θεσμούς που δημιουργούν κι ελέγχουν άμεσα19.

Tom Wetzel

Σημείωσεις

1 Maurice Brinton, The Bolsheviks and Workers’ Control (Black & Red, 1975)
2 Maurice Brinton, For Workers’ Power, ed. David Goodway (AK Press, 2004)
3 Για παράδειγμα, ο Άλαν Μάας (Alan Maas) της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Οργάνωσης γράφει:.«...η οκτωβριανή επανάσταση του 1917 έδωσε την εξουσία στα εργατικά συμβούλια ή ..σοβιέτ, εδραιώνοντας το βασικό θεσμό μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας»..Μ’ αυτό τον τρόπο ο Μάας δεν ταυτίζει «το βασικό θεσμό μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας» με ένα ειδικό οικονομικό θεσμό ή την άμεση διεύθυνση της βιομηχανίας απ’ τους εργάτες, αλλά με την σοβιετική πολιτική.δομή, δηλαδή ένα κράτος ελεγχόμενο από το μπολσεβίκικο κόμμα. “Maass reply to Michael Albert” ZNet website, http://www.zmag.org/isoreply1maass.htm
4 Oscar Anweiler, Les Soviets en Rusie 1905-1921, αναφέρεται στον Rachleff (βλ. σημείωση 8)
5 Paul Avrich, The Russian Anarchists (Princeton University Press, 1967): 140-141. Ο Τζον Ριντ δίνει περιγραφές κάποιων εργατικών κατακτήσεων στο άρθρο που αναφέρεται στη σημείωση 6.
6 John Reed, “The Structure of the Soviet System”, Liberation (July, 1918), ανατυπωμένο στο Socialist Viewpoint (Sept. 15, 2002)
7 Brinton, ό.π.
8 Peter Rachleff, “Soviets and Factory Committees in the Russian Revolution”, http://libcom.org/library/soviets-factory-committees-russian-revolution-...
9 E. H. Carr, The Bolshevik Revolution, Vol. II (Macmillan, 1952): 69, αναφέρεται στον Rachleff, ό.π.
10 Brinton, ό.π., 320
11 Ό.π.
12 Ό.π.
13 Ό.π.
14 Ό.π.
15 G. P. Maximov, Constructive Anarchism, http://libcom.org/library/constructive-anarchism-debate-platform-g-p-mak...
16 «Συντονίστρια Τάξη» είναι ο όρος που χρησιμοποιούν για την τάξη αυτή οι ...Μάϊκλ Άλμπερτ και Ρόμπιν Χάνελ (Albert and Hahnel, “A ticket to ride: more ...locations on the Class Map”, στο Between Labor and Capital, ed. Pat Walker, ...South End Press, 1979)
17 Brinton, ό.π.
18 Spargo, The Common Sense of Socialism (Charles H. Kerr & Company, 1911)
19 Για μια εναλλακτική πολιτική οπτική και συμπληρωματική ανάλυση, βλ. την συμβολή του Steve Shalom, Parpolity: A Political System for a Good Society, ZNet (November, 2005), μέρος πρώτο, κεφάλαιο δεύτερο. ZNet website: http://www.zmag.org/znet/viewArticle/4957