Σχετικά με το νεο-αναρχισμό

Θα ήθελα να διατυπώσω μερικά σχόλια σχετικά με τα νέα αντιεξουσιαστικά κινήματα και το νεο-αναρχισμό ή, όπως προτιμώ να τον αποκαλώ, το σύγχρονο αναρχισμό. Δεν πιστεύω βέβαια ότι το όνομα είναι σημαντικό ζήτημα, ούτε ότι πρέπει να εμπλακεί κανείς σε μια εννοιολογική συζήτηση. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει ένα ρεύμα, ένα δόγμα, μία ταυτότητα που να διεκδικεί ο νεο-αναρχισμός και, κατά τη γνώμη μου, η προσθήκη ενός ακόμη επιθετικού προσδιορισμού στον αναρχισμό δεν έχει κανένα νόημα. Η αναφορά στο νεο-αναρχισμό δεν είναι για μένα παρά ένας πρακτικός και προσωρινός τρόπος για να αναφερθώ σ’ αυτό το τμήμα του σύγχρονου αναρχισμού που είναι πολύμορφο, ανοιχτό, μη παγιωμένο και αληθινά σύγχρονο, στο μέτρο που βρίσκεται σε αντιστοιχία με τα χαρακτηριστικά και τις απαιτήσεις του σήμερα.

Ξεκινώντας από τη δική μου εμπειρία, τι διαπιστώνω; Είναι σχεδόν μισός αιώνας που ανήκω στο αναρχικό κίνημα, με διακυμάνσεις βέβαια όσον αφορά την ενεργή δράση μου. Στη διάρκεια αυτού του μισού αιώνα, ο αναρχισμός δεν παρέμεινε στατικός, υπήρξαν αλλαγές, με αποτέλεσμα ο αναρχισμός του 2009 να μην είναι ακριβώς ίδιος με εκείνον του 1960. Στην πραγματικότητα, υπάρχει σήμερα ένα μέρος του αναρχισμού που έχει αλλάξει ελάχιστα σε σχέση με εκείνον που γνώρισα το 1960· ένα άλλο μέρος του όμως άλλαξε αισθητά και, σ’ αυτές τις αλλαγές, σ’ αυτές τις διαφορές παραπέμπει κατά τη γνώμη μου ο όρος νεο-αναρχισμός.

Αν υπάρχει κάτι εντυπωσιακό στο πέρασμα των τελευταίων πενήντα χρόνων, αυτό είναι αναμφίβολα η πολύ μεγάλη εξάπλωση του αναρχισμούέξω από τα όρια του αναρχικού κινήματος. Είναι αλήθεια ότι ο αναρχισμός υπερέβαινε πάντοτε τα όρια του αναρχικού κινήματος, τα οποία σε τελική ανάλυση είναι αρκετά ασαφή, αλλά αυτή η υπέρβαση διευρύνθηκε θεαματικά με το Μάη του 1968 και, στη συνέχεια, με τα μεγάλα κινήματα διαμαρτυρίας του τέλους της δεκαετίας του ’90… και αυτό είναι ήδη μια πρώτη διαφορά.

Αυτή η εξάπλωση του αναρχισμού εκτός αναρχικού κινήματος δεν είναι μόνο πιο σημαντική από ότι ήταν στο παρελθόν, αλλά ενέχει και κάπως διαφορετικές όψεις. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται πια για μια υπέρβαση ουσιαστικά πολιτιστικού τύπου, όπως στην περίπτωση ορισμένων καλλιτεχνών, τραγουδιστών, διανοουμένων που εκδηλώνουν μερικές φορές τη συγγένειά τους με τις αναρχικές ιδέες. Σήμερα, πρόκειται για μια υπέρβαση που εκδηλώνεται στον ίδιο τον πυρήνα ορισμένων αγώνων που διεξάγονται από ανταγωνιστικά κινήματα τα οποία δεν αυτοπροσδιορίζονται άμεσα ως αναρχικά… και αυτό αποτελεί μια δεύτερη διαφορά.

Οι απαρχές αυτής της εξάπλωσης ανάγονται στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν δημιουργήθηκε μια αρκετά διαφορετική μορφή του αναρχισμού μέσα από τους νέους αγώνες ενάντια στην κυριαρχία, οι οποίοι άρχισαν να εκδηλώνονται εκείνη την εποχή.

Αρχικά, στη δίνη του Μάη του 1968, συγκροτήθηκαν τα Νέα Κοινωνικά Κινήματα, που αγωνίζονταν έχοντας ταυτόσημη βάση, την αναγνώριση ορισμένων υποκειμένων που βίωναν τη διάκριση και το στιγματισμό. Αυτά τα κινήματα δεν ήταν αναρχικά, κάθε άλλο, αλλά προσέγγιζαν τα αναρχικά κινήματα σε ορισμένα σημεία και, σε κάθε περίπτωση, διαφοροποιούνταν από τα κλασικά πολιτικά σχήματα, τα οποία είχαν πολύ πιο συγκεντρωτικές μορφές οργάνωσης και αγώνα και έδειχναν να ευαισθητοποιούνται ελάχιστα για την προβληματική των σχέσεων εξουσίας.

Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δημιουργείται μια νέα τάση με το κίνημα των κινημάτων, δηλαδή το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, ένα κίνημα που μάλλον πλησιάζει στο τέλος του σήμερα, το οποίο όμως, παρά την τεράστια ετερογένεια και την κριτική που μπορεί να του ασκήσει κανείς, δε στερείται μιας έντονης ελευθεριακής απήχησης. Στην πραγματικότητα, αποτελείται από συλλογικότητες και άτομα που δραστηριοποιούνται ανεξάρτητα από τις αμιγώς αναρχικές οργανώσεις, ανακτώντας όμως, ή ανακαλύπτοντας εκ νέου πολιτικές μορφές αγώνων που είναι συγγενικές με τον αναρχισμό, τόσο όσον αφορά τους τρόπους λήψης των αποφάσεων, όσο και τις μορφές οργάνωσης.

Κατά συνέπεια, η μεγάλη καινοτομία σήμερα είναι το γεγονός ότι το αναρχικό κίνημα δεν αποτελεί πια το μοναδικό θεματοφύλακα, το μοναδικό κάτοχο ορισμένων αντι-ιεραρχικών αρχών, αντιεξουσιαστικών πρακτικών, οριζόντιων μορφών οργάνωσης, ή της ικανότητας να διεξάγει αγώνες με ελευθεριακές αποχρώσεις. Αυτά τα στοιχεία έχουν διαδοθεί εκτός του αναρχικού κινήματος και, σήμερα, υιοθετούνται από συλλογικότητες που δεν αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικές· μάλιστα, μερικές φορές, προβάλλουν την άρνησή τους να εγκλωβιστούν στα όρια αυτής της ταυτότητας.

Επομένως, αν θέλουμε να μιλήσουμε για το σύγχρονο αναρχισμό, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την ύπαρξη αυτών των εκφράσεων, γιατί αποτελούν μέρος του έμπρακτου αναρχισμού, ακόμη κι αν δε διεκδικούν τον τίτλο, ακόμη κι αν ανατρέπουν σε κάποιο βαθμό τις παραδοσιακές μορφές του. Και πρέπει να τις λάβουμε υπόψη μας γιατί, σε τελική ανάλυση, πιστεύω ότι αυτό που ενδιαφέρει όλους και όλες μας είναι ότι οι άνθρωποι αναπτύσσουν πρακτικές αναρχικού τύπου, διεξάγουν αντιεξουσιαστικούς αγώνες και εκδηλώνουν μια ελευθεριακή ευαισθησία, και όχι το κατά πόσο τοποθετούνται κάτω από την αναρχική σημαία.

Γι’ αυτό το λόγο, για να ορίσω αυτόν τον κάπως διάχυτο αναρχισμό, που δε διεκδικεί μια ταυτότητα και σφυρηλατείται απευθείας μέσα από τους σύγχρονους αγώνες, εκτός του αναρχικού κινήματος, καταφεύγω στην έκφραση νεο-αναρχισμός.

Αυτό ακριβώς είναι ο νεο-αναρχισμός, αλλά όχι μόνο, γιατί αυτό που μόλις περιέγραψα δεν αποτελεί παρά μία από τις δύο πτυχές αυτού του φαινομένου. Η άλλη πτυχή του νεο-αναρχισμού συνίσταται σε συλλογικότητες και άτομα, σε γενικές γραμμές νεαρής ηλικίας, που, αν και αυτοπροσδιορίζονται ρητά ως αναρχικοί, ωστόσο, εκφράζουν μια νέα ευαισθησία σε σχέση με αυτή την εγγεγραμμένη ταυτότητα. Ο τρόπος που οικειοποιούνται την αναρχική ταυτότητα χαρακτηρίζεται από μια χαλαρότητα και ένα ανοιχτό πνεύμα που οδηγεί σε μια διαφορετική σχέση με την αναρχική παράδοση από τη μια πλευρά και, από την άλλη, με τα ανταγωνιστικά κινήματα που είναι εκτός αυτής της παράδοσης. Είναι αλήθεια ότι τα όρια ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο πραγματικότητες γίνονται πιο διαπερατά, πιο πορώδη, ενώ η εξάρτηση από την αναρχική παράδοση χαλαρώνει και, κυρίως, αυτή η παράδοση θεωρείται ότι πρέπει να γονιμοποιηθεί, να εμπλουτιστεί και, κατά συνέπεια, να μετασχηματιστεί και να αναδιαμορφωθεί με ενσωματώσεις, ακόμη και με μια υβριδοποίηση, μια ορισμένη επιμειξία με στοιχεία που προέρχονται από αγώνες που διεξάγονται στο πλαίσιο άλλων παραδόσεων.

Δεν πρόκειται μόνο για την ενσωμάτωση στον αναρχισμό στοιχείων μιας κριτικής σκέψης που έχει διαμορφωθεί εκτός του πυρήνα του, αλλά, κυρίως, για το γεγονός ότι πρέπει να παραχθούν από κοινού, με άλλες συλλογικότητες που διεξάγουν και αυτές αγώνες ενάντια στην κυριαρχία, στοιχεία που θα ενσωματώνονται στην αναρχική παράδοση και θα την εξελίσσουν. Αυτό το άνοιγμα του νεο-αναρχισμού θα μπορούσε να σκιαγραφηθεί με την υπενθύμιση της περίφημης φράσης που λέει: «Μόνοι μας δεν μπορούμε, αλλά, επιπλέον, αυτό δε θα οδηγούσε πουθενά». Την ίδια ευαισθησία συναντούμε στη διακήρυξη του Πλανητικού Αναρχικού Δικτύου (PlanetaryAnarchistNetwork, PAN), όπου διαβάζουμε, για παράδειγμα: «Πρέπει να φέρουμε σε επαφή τα εκατομμύρια των ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο που είναι πραγματικά αναρχικοί, χωρίς να το γνωρίζουν, με τη σκέψη αυτών που εργάζονται με βάση αυτή την ίδια παράδοση και, ταυτόχρονα, να εμπλουτίσουμε την αναρχική παράδοση μέσα από την επαφή με την εμπειρία τους».

Αυτός ο επαναπροσδιορισμός της ταυτότητας έχει επιπτώσεις στο αναρχικό φαντασιακό και αυτό είναι σημαντικό γιατί, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, σε γενικές γραμμές οι νέοι άνθρωποι δεν έρχονται στο αναρχικό κίνημα μέσα από την προηγούμενη γνώση θεωρητικών κειμένων. Δεν προσχωρούν στα κείμενα του Προυντόν, αλλά σ’ ένα ορισμένο φαντασιακό.

Στην πραγματικότητα, το αναρχικό φαντασιακό δεν έπαψε ποτέ να εμπλουτίζεται ενσωματώνοντας, κυρίως, τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα των αγώνων ενάντια στην κυριαρχία όταν αυτά λάμβαναν χώρα. Τα τελευταία χρόνια ενσωμάτωσε, για παράδειγμα, τα οδοφράγματα, τις καταλήψεις και τα συνθήματα του Μάη του ’68. Μετά το ’68, μια σειρά από φαινόμενα, όπως οι αναρχοπάνκ, ή ακόμη και ο πολλαπλασιασμός των κατειλημμένων χώρων, με την αισθητική και τον τρόπο ζωής που ανέπτυξαν, συνέχισαν να μεταβάλουναυτό το φαντασιακό.

Βέβαια, αυτό που κυρίως έδωσε νέα πνοή στο φαντασιακό των πιο νέων ανθρώπων είναι τα παγκόσμια μεγάλα γεγονότα των αγώνων ενάντια σε διάφορες μορφές κυριαρχίας, από την Τσιάπας το 1994 μέχρι τη Γένοβα το 2001, περνώντας από το Σιάτλ το 1999. Σ’ αυτό το φαντασιακό, που διαφέρει κάπως από εκείνο της δεκαετίας του ’60, το οποίο σε γενικές γραμμές έφτανε μέχρι την ισπανική επανάσταση, οφείλεται η ένταξη των σημερινών νέων αναρχικών σ’ αυτήν την ταυτότητα. Είναι σαφές ότι τα νέα στοιχεία που το συγκροτούν επαναδιαγράφουν, αναγκαστικά, τα όρια αυτής της ταυτότητας.

Με λίγα λόγια, η σύγχρονη αναρχική ταυτότητα δεν είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη του παρελθόντος, και δεν μπορεί να είναι η ίδια, γιατί το φαντασιακό μέσα στο οποίο συγκροτείται τροφοδοτείται επίσης από αγώνες που αναπτύσσουν τα σημερινά κινήματα διαμαρτυρίας, και αυτοί οι αγώνες παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά από του παλαιούς.

Ανοίγω μια παρένθεση για να υπογραμμίσω ότι αυτές οι νέες μορφές αγώνα δεν εμφανίζονται τυχαία και δεν απορρέουν καθόλου από μια νέα πολιτική στρατηγική που διαμορφώθηκε κάπου με συνειδητό τρόπο. Στην πραγματικότητα, είναι το άμεσο αποτέλεσμα της ανασυγκρότησης και της ανανέωσης των μηχανισμών και των όρων της κυριαρχίας που συνοδεύουν τις κοινωνικές αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών. Οι πρακτικές του αγώνα ενάντια στην κυριαρχία αλλάζουν ταυτόχρονα με τις μορφές κυριαρχίας, και αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό αφού οι αγώνες προκαλούνται και προσδιορίζονται πάντοτε από αυτό στο οποίο εναντιώνονται. Οι νέες μορφές κυριαρχίας που εμφανίζονται στις κοινωνίες μας γεννούν τις σημερινές αντιστάσεις και τις διαμορφώνουν.

Έτσι λοιπόν, οι μορφές που υιοθετούν οι αγώνες των νέων κινημάτων διαμαρτυρίας βρίσκονται ενσωματωμένες, εν μέρει, στο σύγχρονο αναρχισμό και ορίζουν το νεο-αναρχισμό. Ποιες είναι αυτές οι μορφές;

Κατά πρώτο λόγο, φαίνεται ότι οι νέοι αγώνες προσπαθούν κυρίως να πολλαπλασιάσουν και να διασπείρουν τις συγκεκριμένες και σαφώς επικεντρωμένες εστίες αντίστασης ενάντια στην αδικία, τον καταναγκασμό και τις διακρίσεις. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι η προοπτική ενός συνολικού μετασχηματισμού που οδηγεί σε μια νέα κοινωνία δεν αποτελεί πλέον στις μέρες μας το μοχλό που θα πυροδοτήσει και θα κατευθύνει τους αγώνες, αλλά, επιπλέον, οι αγώνες που εμφανίζονται ως συνολικοί ή καθολικοί προκαλούν μάλλον δυσπιστία, αφού θεωρείται ότι αργά ή γρήγορα τείνουν να αναπαράγουν αυτό που υποτίθεται ότι αντιμάχονται. Στην πραγματικότητα, μολονότι ο καπιταλισμός και οι μηχανισμοί κυριαρχίας έχουν επιτακτική ανάγκη να δράσουν επί του συνόλου της κοινωνίας, αντίθετα, οι αντιστάσεις εκτρέπονται μοιραία από το λόγο ύπαρξής τους όταν διατείνονται ότι θα αλλάξουν όλες τις όψεις του κοινωνικού συνόλου. Κατά συνέπεια, πρέπει να καταπολεμηθούν τα ριζώματα και οι τοπικές εκφράσεις της κυριαρχίας, απορρίποντας τη σύγκρουση σ’ ένα γενικότερο επίπεδο, η οποία θα απαιτούσε πόρους ανάλογης ισχύος και παρόμοιας φύσης με αυτούς που χρησιμοποιεί το σύστημα για να ελέγξει το σύνολο της κοινωνίας.

Επομένως, ακόμη κι αν ο στόχος είναι πάντοτε να συγκεντρωθούν όσο το δυνατό περισσότερες δυνάμεις και θελήσεις, η οικοδόμηση μεγάλων οργανώσεων με σταθερή δομή και τοπική σύνδεση δεν είναι καθόλου στην ημερήσια διάταξη. Αντίθετα, υπάρχει η εγρήγορση να διατηρηθεί η ρευστότητα των δικτύων που συγκροτούνται και να αποφευχθεί η αποκρυστάλλωση πολύ ισχυρών συντονιστικών δομών, οι οποίες δε διαθέτουν παρά την επίφαση της αποτελεσματικότητας και καταλήγουν πάντοτε στην αποστείρωση των αγώνων.

Κατά δεύτερο λόγο, αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι το παρόν και ο μετασχηματισμός του, περιορισμένος αλλά ριζικός. Στην πραγματικότητα, ο αγώνας δεν είναι πλέον μόνο καταγγελία, αντίθεση και σύγκρουση, είναι επίσης δημιουργία μιας διαφορετικής πραγματικότητας εδώ και τώρα. Οι αγώνες πρέπει να παράγουν συγκεκριμένα αποτελέσματα χωρίς να εξαρτώνται από ελπίδες που τοποθετούνται στο μέλλον. Κατά συνέπεια, πρέπει να αποσπάσουμε χώρους από το σύστημα για να αναπτύξουμε σ’ αυτούς κοινοτικές εμπειρίες με μετασχηματιστικό χαρακτήρα, γιατί, μόνο όταν μια δραστηριότητα μετασχηματίζει πραγματικά και ριζικά μια πραγματικότητα, ακόμη και με προσωρινό και μερικό τρόπο, θεμελιώνονται οι βάσεις για να προχωρήσουμε πέρα από μια απλή (αλλά πάντοτε απαραίτητη) αντίθεση στο σύστημα και διαμορφώνεται μια συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση που το αμφισβητεί έμπρακτα.

Σ’ αυτή την προοπτική, ένα μεγάλο μέρος του νεο-αναρχισμού προσπαθεί να δημιουργήσει χώρους ζωής και τρόπους ύπαρξης που βρίσκονται σε ριζική ρήξη με τους κανόνες του συστήματος και επιτρέπουν την ανάδειξη νέων υποκειμενικοτήτων ριζικά ανυπότακτων. «Η επανάστασή μας πρέπει να είναι άμεση και να αφορά την καθημερινή ζωή… πρέπει πρώτα και πάνω απ’ όλα να επιδιώξουμε την αλλαγή του περιεχομένου της ύπαρξής μας σε μια επαναστατική κατεύθυνση, και όχι να προσανατολίσουμε τον αγώνα μας σε μια ιστορική και παγκόσμια αλλαγή την οποία μπορεί να μη δούμε όσο ζούμε», λέει μια αναρχική συλλογικότητα των ΗΠΑ.

Πρέπει λοιπόν να δρούμε σ’ ένα χώρο τον οποίο μετασχηματίζουμε, ενώ την ίδια στιγμή μάς επιτρέπει να μετασχηματίσουμε και τον ίδιο τον εαυτό μας, μεταβάλλοντας την υποκειμενικότητά μας. Αυτό μπορεί να γίνει δημιουργώντας διαφορετικούς κοινωνικούς δεσμούς, οικοδομώντας συνεργασίες και αλληλέγγυες σχέσεις που αποτυπώνουν στην πράξη και στο παρόν μια διαφορετική πραγματικότητα και μια άλλη ζωή. Όπως λέει το γαλλικό έντυπο Tiqqun, «πρέπει να καθιερώσουμε τρόπους ζωής που να είναι από μόνοι τους τρόποι αγώνα». Αυτό δεν είναι κάτι εντελώς καινούριο βέβαια· μπορούμε να το συνδέσουμε, τηρουμένων των αναλογιών, με τους χώρους ζωής που δημιουργούσαν οι αναρχικοί στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Έτσι, συνοπτικά, προκύπτει ότι οι σημερινοί αγώνες δε συνδέονται μεταξύ τους στη βάση της ταυτότητας, είναι κριτικοί σε σχέση με τον καθολικό λόγο, αντίθετοι σε κάθε εσχατολογική επιδίωξη και αποφασιστικά σύγχρονοι· προσπαθούν να μετασχηματίσουν, εδώ και τώρα, ορισμένες υπαρξιακές, κοινωνικές και πολιτικές πλευρές των μηχανισμών της κυριαρχίας και επιδιώκουν να αντιταχθούν ριζικά και άμεσα σε συγκεκριμένες πλευρές τους, ακόμη κι αν είναι περιορισμένες.

Αν ο σύγχρονος αναρχισμός αλλάζει, αυτό γίνεται στο μέτρο που εμπλέκεται στους σημερινούς αγώνες με άλλες συλλογικότητες και εντάσσει στις δικές του αποσκευές τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των αγώνων. Σε τελική ανάλυση, ο αναρχισμός που αλλάζει είναι ο αναρχισμός που αγωνίζεται, και αγωνίζεται στο παρόν.

Συμπερασματικά, θα ήθελα να υπογραμμίσω δυο-τρία προβλήματα που παρατηρούνται, κατά τη γνώμη μου, στο σημερινό αναρχικό κίνημα.

Το πρώτο έγκειται σ’ αυτά που θα μπορούσαμε να κάνουμε για να καταφέρουμε να συμφιλιώσουμε, από τη μια πλευρά, τον κατακερματισμό, τη διασπορά, το δικτυωτό, διάχυτο και μεταβαλλόμενο χαρακτήρα των σημερινών ομαδοποιήσεων και αγώνων και, από την άλλη, μια ορισμένη σταθερότητα και διάρκεια που μοιάζουν απαραίτητες για να μη μετατρέπονται οι αγώνες σ’ ένα αιώνιο σισύφειο έργο.

Γνωρίζουμε ότι τα νέα ανταγωνιστικά κινήματα, αντί να γοητεύονται από τη σταθερότητα, αναζητούν μάλλον μια διαρκή κινητικότητα. Διεκδικούν την προσωρινότητα και την αστάθεια των θέσεων σύγκρουσης, καθώς και την απουσία σταθερών και μόνιμων σημείων πρόσδεσης των αγώνων.

Έτσι, από τη μια πλευρά βέβαια μπορεί να είναι λυπηρό το γεγονός ότι η διάχυση των αγώνων, ο αποσπασματικός και κατακερματισμένος χαρακτήρας τους μοιάζει να τους καταδικάζει σε μιαεξατομίκευση που εμποδίζει τις συγκλίσεις και τις συμμαχίες. Γιατί, ακόμη και όταν αυτοί οι αγώνες καταφέρνουν να συνδεθούν μεταξύ τους και να αποκρυσταλλωθούν σε μεγάλες πολιτικές εκδηλώσεις, δε διαγράφουν παρά εφήμερες συγκλίσεις οι οποίες δε διαρκούν ποτέ μέσα στο χρόνο. Αναμφίβολα αυτό είναι λυπηρό από τη μια πλευρά, αλλά, από την άλλη, είναι σαφές ότι οι νέες μορφές κυριαρχίας απαιτούν αυτό ακριβώς το είδος των απαντήσεων που οικοδομούν οι νέες αντιστάσεις, ενώ οι άλλες μορφές αγώνα δεν παραμένουν σε ισχύ παρά για να αντιπαλέψουν πιο κλασικές μορφές κυριαρχίας.

Κατά συνέπεια, από τη μια πλευρά έχουμε τη ρευστότητα, τη διάχυση, την κινητικότητα, ως απαντήσεις πραγματικά προσαρμοσμένες στις νέες μορφές κυριαρχίας και, από την άλλη, τη σταθερότητα, τη διάρκεια, τα σταθερά και μόνιμα σημεία, ως αντίβαρο, προφανώς απαραίτητο, στον εφήμερο χαρακτήρα των αγώνων. Τι πρέπει να κάνουμε για να συμφιλιώσουμε αυτές τις δύο αντιτιθέμενες απαιτήσεις;

Κατά δεύτερο λόγο, είναι γεγονός ότι οι σημερινοί αγώνες είναι σύγχρονοι και μη καθολικοί, σύμφωνοι, αλλά ο αναρχισμός πρέπει άραγε να εγκαταλείψει τη θέληση να αλλάξει συνολικά και για όλους το σύνολο της κοινωνίας;

Είναι αλήθεια ότι η θέληση να αλλάξουμε την κοινωνία στο σύνολό της και για όλους συναντά σοβαρά προβλήματα, όχι μόνο πρακτικά, όπως αποδεικνύουν δύο αιώνες ιστορίας, αλλά και θεωρητικά, αφού, όπως όλα δείχνουν, ο δρόμος που θα έπρεπε να διανύσουμε για να εκπληρώσουμε αυτό το στόχο, καθώς και τα αποτελέσματα που θα επιτυγχάναμε, θα απείχαν πολύ από το να ανταποκρίνονται στις αρχές που προωθούν οι αγώνες για τη χειραφέτηση. Φαίνεται λοιπόν ότι η στρατηγική που συνίσταται στην απόσπαση συγκεκριμένων χώρων από το σύστημα και ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός τους, εδώ και τώρα, αποτελεί μια καλή επιλογή. Το πρόβλημα βέβαια, το οποίο γνωρίζουμε εδώ και καιρό, είναι ότι δεν υπάρχει μια εφικτήεξωτερικότητα σε σχέση με το θεσμισμένο κοινωνικό σύστημα, η οποία να μπορεί να αναπτύξει για λογαριασμό της μια συνολική λογική. Αυτό σημαίνει ότι αν δεν αλλάξουμε το σύστημα στο σύνολό του, αυτό θα συνεχίσει να επηρεάζει ένα μεγάλο μέρος των πρακτικών που θα αναπτύσσονται στο χώρους που θα έχουν μετασχηματιστεί. Ένα από τα διλήμματά μας έγκειται σ’ αυτήν ακριβώς την αντίφαση: από τη μια πλευρά είναι οι συνέπειες της θέλησής μας να αλλάξουμε το σύστημα στο σύνολό του και, από την άλλη, είναι αυτές της απροαιρεσίας μας ότι θα το κάνουμε. Μπορούμε άραγε να υπερβούμε αυτό το δίλημμα;

Ένα τρίτο πρόβλημα αφορά τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους από την ενσωμάτωση και την επιμειξία, ως αποτέλεσμα μιας μεγαλύτερης ελαστικότητας των εγγεγραμμένων αναρχικών ταυτοτήτων. Από τη μια πλευρά έχουμε βέβαια την προοπτική του εμπλουτισμού, της ανανέωσης, της γονιμοποίησης που διασταυρώνει τον κλασικό αναρχισμό με άλλες πολιτικές εμπειρίες, αλλά, από την άλλη, εξίσου αντιληπτοί είναι οι κίνδυνοι να αποσταθεροποιηθούν οι θεμελιώδεις αρχές του αναρχισμού. Επομένως, τι πρέπει να κάνουμε για να ταξιδέψουμε σε τρικυμιώδη ρεύματα, τα οποία μοιάζουν να προμηνύουν αναγκαίες αλλαγές και, ταυτόχρονα, να διατηρήσουμε σταθερή την πορεία μας ως προς τους στόχους που μας οδήγησαν να ξεκινήσουμε το ταξίδι;

 

Πίζα, Σεπτέμβριος 2009