«Γρίπη»: το καθεστώς διαρκούς απειλής και η επίθεση στις ανθρώπινες κοινότητες

Η γρίπη SARS, η γρίπη των πουλερικών στο παρελθόν, η νέα γρίπη σήμερα, καθώς και ό,τι αντίστοιχο ακολουθήσει ως πανδημικό φαινόμενο, εντάσσονται στη δημιουργία ενός καθεστώτος διαρκούς απειλής. Αυτά αποτελούν διεθνώς κάποια από τα βασικά όπλα της πολιτικής εξουσίας, μαζί με τον «ατέρμονο πόλεμο» ενάντια στην «τρομοκρατία» αλλά και την απειλή για την περιβαλλοντική καταστροφή, προκειμένου να επιτυγχάνει τον παγκόσμιο κοινωνικό έλεγχο αλλά και να τροφοδοτεί την οικονομία της αγοράς, μέσω της προώθησης της πανάκειας των νέων φαρμακευτικών σκευασμάτων για την αντιμετώπιση των πανδημιών ή των νέων ασθενειών. Αντίστοιχα και με το AIDS, το καθεστώς κυριαρχίας είχε λειτουργήσει προ 25ετίας μέσω της διασποράς του πανικού αλλά και της εξαγγελίας άλλων φαρμακευτικών σκευασμάτων. Με αυτόν τον τρόπο έχει αποκτήσει εμπειρία για το πώς θα δημιουργεί ή θα χειρίζεται κρίσεις σχετικές με το οριακό θέμα της υγείας, προς όφελος του συστήματος.

Το γεγονός ότι τα θύματα από την εποχική γρίπη είναι συντριπτικά περισσότερα από τις νέες μορφές γρίπης δεν σημαίνει τίποτε για τους μηχανισμούς οι οποίοι λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία με τα κράτη, με στόχο την προώθηση των προϊόντων τους. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, οι πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρίες και τα κράτη συμπλέουν ως μια ενιαία ομάδα στους σκοπούς που προαναφέρθηκαν: αφενός στον κοινωνικό έλεγχο -μέσω της θεσμικής προώθησης απαγορεύσεων ή οδηγιών με στόχο ένα πιο φοβικό μοντέλο σχέσεων (με πρόσχημα την προφύλαξη από τη γρίπη)- και αφετέρου στην αναπαραγωγή της ήδη γιγάντιας αγοράς σκευασμάτων από τα κράτη και την προώθησή τους μέσω των εθνικών συστημάτων υγείας.

Η υποκρισία των μηχανισμών αυτών βρίσκεται στο ζενίθ. Εκατομμύρια άνθρωποι και κυρίως παιδιά στις χώρες του Νότου πεθαίνουν από απλές ασθένειες που σχετίζονται με την έλλειψη στοιχειωδών όρων υγιεινής, όπως επίσης και σε χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλιστικά Βορρά, όσοι παρίες βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας (μειονότητες, άστεγοι, γκέτο κλπ). Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα ότι με ελάχιστο κόστος μπορούν να γλιτώσουν εκατομμύρια παιδιά από την ελονοσία ή, με έναν ελαχίστως διαφορετικό σχεδιασμό,  μπορούν εκατομμύρια άνθρωποι να έχουν πρόσβαση στο πόσιμο νερό. Αντίθετα, οι μηχανισμοί αυτοί χρησιμοποιούν την υπόθεση της υγείας και της περίθαλψης, ένα οριακό και κρίσιμο ζήτημα για την κοινωνία, προκειμένου να προκαλούν ολοένα και μεγαλύτερο χάσμα και ταξική διαίρεση. Το σύστημα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, έχει ως όχημα την προσδοκία για το αγαθό της υγείας, τροφοδοτώντας ολοένα και περισσότερο τις μαζικές αυταπάτες, μετατρέποντάς το σε εμπόρευμα μέσω της φιλελευθεροποίησης και της ιδιωτικής λύσης. Εκατομμύρια άνθρωποι συμμετέχουν σ’ αυτή τη διαδικασία, μέσω των συναινετικών πολιτικών επιλογών τους, σε μια εποχή που τα πάντα τείνουν να είναι μετρήσιμα και εμπορεύσιμα.

Η Υγεία αφορά την καθημερινότητά μας, την εργασία μας, τις ανθρώπινες σχέσεις, το φυσικό περιβάλλον, τις συνήθειές μας, δηλαδή βασικά το ίδιο το πολιτισμικό μας μοντέλο. Η επιδείνωση των ασθενειών που παίρνουν τη μορφή επιδημιών και πανδημιών λόγω της μεγάλης δυνατότητας μετακινήσεων, σχετίζεται με την υπερσυγκέντρωση πληθυσμών και την ατέρμονη αστικοποίηση, τις βιομηχανικές τροφές που καταναλώνουμε, τα ωράρια εργασίας μας, το άθλιο περιβάλλον που κληροδοτούμε στα παιδιά μας, τις συνθήκες παραγωγής της τροφής που καταναλώνουμε, τα ήθη της πλήρους εξατομίκευσης των αναγκών μας και της ικανοποίησής τους. Η Υγεία και η κοινωνική της εικόνα είναι άμεσα συνδεδεμένη με το που ζούμε και πώς ζούμε.

Η περίοδος χαρακτηρίζεται από μια διαρκή και παρατεταμένη αγοραιοποίηση του θεσμού της Υγείας σε όλο τον κόσμο, με πιο χαρακτηριστικό το αμερικάνικο παράδειγμα, αυτού δηλαδή της μεγάλης σύγκρουσης μεταξύ ενός άκρατου φιλελευθερισμού και του μοντέλου κρατικού παρεμβατισμού και πρόνοιας. Σε διεθνές επίπεδο προωθούνται οι ιδιωτικές ασφαλίσεις, η έκπτωση των παροχών στις δημόσιες ασφαλίσεις, η αγορά δομών περίθαλψης από το ιδιωτικό κεφάλαιο, η προώθηση των ιδιωτικών δομών διάγνωσης και περίθαλψης, η προώθηση φαρμακευτικών σκευασμάτων αλλά και αναλώσιμου υλικού από μεγάλες εταιρίες κλπ. Το κράτος αναλαμβάνει ολοένα και περισσότερο τον αρχετυπικό του ρόλο: του φοροεισπράκτορα και του μπάτσου. Οι κοινωνικές δομές και παροχές (υγεία, εκπαίδευση, μεταφορές, περιβάλλον, καθημερινές ανάγκες κλπ.) υποβαθμίζονται και συστηματικά εγκαταλείπονται, ενώ οι ελλείψεις τους αποτελούν δομικό στοιχείο του συστήματος κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Οι παροχές ήταν ένα κεκτημένο άμεσα συνδεδεμένο με θεσμούς του κράτους πρόνοιας και είχαν ένα αντισταθμιστικό βάρος απέναντι στο βιοτικό επίπεδο που προέβαλε το μπλοκ της Ανατολικής Ευρώπης, με στόχο την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης για τη λειτουργία της καπιταλιστικής μηχανής. Τώρα που οι εργάτες είναι λιγότερο αναγκαίοι, τώρα που το αντίπαλο δέος έχει μεταφερθεί σε μια εξωτική ισλαμική τρομολαγνεία, οι όποιες ακόμα παροχές έχουν απλώς το χαρακτήρα του ελέγχου κρίσεων που θα μπορούσαν να επιφέρουν σοβαρές ανακατατάξεις.

Στην ελληνική της εκδοχή η λογική ανασύνταξης του συστήματος, σημαίνει την ενοποίηση προς τα κάτω των παροχών των ταμείων, το περίφημο «ασφαλιστικό» που τμήμα του είναι πλέον νόμος του κράτους, τη μείωση των συντάξεων, την αύξηση των ορίων ηλικίας για τη συνταξιοδότηση, την πώληση μεγάλων τμημάτων των δομών υγείας και περίθαλψης στο ιδιωτικό κεφάλαιο, την προώθηση της ιδιωτικής υγείας και ασφάλισης (διαφήμιση του ίδιου του πρώην υπουργού Υγείας για το ιδιωτικό «Ιατρικό Κέντρο»), την υποβάθμιση των σχολών υγείας και πρόνοιας, τις νέες εργασιακές συνθήκες στις δομές της περίθαλψης, τις τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό και εξοπλισμό στις δομές υγείας, την κοστολόγηση υπηρεσιών, τη διαγραφή από τις λίστες φαρμάκων έναντι της προώθησης άλλων πιο ακριβών, την μεγαλύτερη σύνδεση της αγοράς με τη νοσοκομειακή περίθαλψη και τέλος, την εγκατάλειψη και υποβάθμιση της όποιας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας. Η προσαρμογή αυτή δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και την ιδιαιτερότητα του βαλκανικού φαινομένου, ενός μοντέλου δηλαδή εθελούσιας προσφυγής στην ιδιωτική υγεία («έχουμε τον καλύτερο γιατρό») καθώς και το περίφημο μπαξίσι (φακελάκι) που αποτελεί ίδιον συστατικό των κυρίαρχων μοντέλων σχέσεων στο εθνικό σύστημα υγείας.

Μέσα σ’ αυτό το διεθνές πλαίσιο, η προώθηση του καθεστώτος διαρκούς απειλής σημαίνει ότι ο εχθρός αναγνωρίζεται μόνο στην ασθένεια κι όχι στις συνθήκες που την επιδεινώνουν ή την αναπαράγουν. Αυτό που λειτουργεί είναι ό,τι έχει μάθει χρόνια να λειτουργεί αποτελεσματικά: το κράτος και η αγορά. Το κράτος, τείνει να δημιουργεί ένα γραφειοκρατικό σχεδιασμό ελέγχου του πληθυσμού, καθώς και προβολής ενός μοντέλου σχέσεων στο οποίο ο καθείς μπορεί να είναι και φορέας του εχθρού-ασθένειας. Η πρόληψη, η πρωτοβάθμια φροντίδα, η γνώση γενικά για την υγεία και το ανθρώπινο σώμα ή γενικά μια ολιστική προσέγγιση δεν είναι παρά μηδενικά γι’ αυτούς τους μηχανισμούς και την αγορά. Το μοντέλο που κυριαρχεί είναι η αντιμετώπιση του συμπτώματος, ενώ άλλα μοντέλα εντάσσουν σε τμήμα της αγοράς την όποια αμφισβήτηση, δημιουργώντας το αγοραστικό κοινό των εναλλακτικών μορφών θεραπείας και διάγνωσης.

Έτσι, τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας στην Ελλάδα, ξεκίνησαν συμβολικά –μάλλον- από την επίσκεψη του πρώην υπουργού Αβραμόπουλου στον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Τον ενημέρωσε για την μεγάλη παραγγελία των ταμιφλού και στη συνέχεια ο δεύτερος, ως πατέρας του έθνους γυρνώντας προς τις κάμερες και μιλώντας ουσιαστικά προς τους τηλεθεατές είπε: «Τ’ ακούτε; Σπίτια σας!». Μαζί με τις παραγγελίες για την ανάσα της αγοράς ήρθαν και τα μέτρα στις δομές υγείας όπως και στις δομές της εκπαίδευσης. Ίσως το μοναδικό θετικό είναι ότι σε όλες τις τουαλέτες των σχολείων έχει μπει σαπούνι, αλλά πλέον οι οδηγίες του Υπουργείο Παιδείας για την γρίπη προβλέπουν την απαγόρευση εναγκαλισμών, ασπασμών, χειραψιών, ανταλλαγή μολυβιών, την χωροθέτηση των παιδιών στις αίθουσες και στο προαύλιο, προβλέπουν τη συχνή χρήση αντιμικροβιακών μαντιλιών μιας χρήσης, γεγονός που πλέον αποτελεί καθημερινή κουλτούρα. Αν προσθέσουμε σ’ αυτό και την υποχρεωτική και συχνή κατά τη διάρκεια της σχολικής ημέρας απολύμανση χερουλιών (από τις καθαρίστριες οι οποίες δεν εργάζονται τις εργάσιμες ώρες) και ειδών κοινής χρήσης ή τη δημιουργία χώρων παραμονής ασθενών μαθητών, τη χρήση μάσκας κλπ. τότε μιλάμε για την πανδημία πανικού, την ενδημία ελέγχου και την αποδημία λογικής.

Το τι μπορούν να πετύχουν με τους χειρισμούς τους είναι ίσως λιγότερα απ’ όσα περιμένουν, αλλά σίγουρα το μοντέλο των κοινωνικών σχέσεων γίνεται περισσότερο φοβικό, η αγορά αναθερμαίνεται με τα είδη καθημερινής χρήσης για την υγιεινή και άπειρες εργατοώρες μεταμορφωμένες σε πακτωλό δημοσίου χρήματος περνάνε στα χέρια των φαρμακευτικών εταιριών που θα πουλήσουν το ταμιφλού. Είναι επίσης άγνωστο κατά πόσο το ίδιο αυτό το εμβόλιο δεν θα προκαλέσει περισσότερες αρνητικές συνέπειες από μια γρίπη που μπορεί και να ενισχύσει κάτω από συνθήκες υγείας, διατροφής και ξεκούρασης, τον ίδιο τον ανθρώπινο οργανισμό.

Δεν θα χρειαστεί να αναζητήσουμε την εξήγηση σε συνωμοσίες που εξυφαίνονται από πίσω μας. Δεν είναι απαραίτητο να δουλεύει ο κακός Ντόναλντ Ράμσφελντ για λογαριασμό φαρμακευτικών εταιριών. Δεν είναι απαραίτητο κάποιος παρανοϊκός επιστήμονας (όπως στα αμερικανικά κόμιξ) να απεργάζεται την καταστροφή του κόσμου και να στέλνει ιούς και ασθένειες παντού. Δεν είναι απαραίτητο να στείλουν μολυσμένα εμβόλια για να μολύνουν τους πληθυσμούς. Δεν κρύβεται σχεδόν τίποτα σ’ αυτή τη διαδικασία αναπαραγωγής καθεστώτος διαρκούς απειλής. Είναι άπλετα εμφανής ο καπιταλισμός και η εξουσία, κι ένας κόσμος που όσο δεν ενώνει τις δυνάμεις του θα φοβάται και θα συναινεί σε μέτρα εναντίον του.

Οι τεχνικές άσκησης εξουσίας ανανεώνονται κι απέναντι σ’ αυτά μόνο ένας άλλος πολιτισμός μπορεί να αντιπαρατεθεί. Ένας κόσμος αλληλεγγύης, φροντίδας και μέριμνας. Ένας κόσμος αγώνων βάσης και διεκδίκησης για τη δημόσια καθολική και δωρεάν υγεία όπως και για την ανάκτηση της απαλλοτριωμένης γνώσης.

Διότι «…εν μέρει τουλάχιστον η υγεία ενός πληθυσμού εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικές ενέργειες διαμορφώνουν τον περίγυρο και δημιουργούν τις περιστάσεις εκείνες, που ευνοούν την αυτοδυναμία και την αξιοπρέπεια για όλους, κυρίως για τους αδύνατος. Κατά συνέπεια, το επίπεδο υγείας θα είναι το καλύτερο δυνατό όταν το περιβάλλον βοηθά να εκδηλωθεί η αυτόνομη, προσωπική, υπεύθυνη ικανότητα των ανθρώπων να τα βγάζουν πέρα με τις δυσκολίες… Το επίπεδο της υγείας μιας κοινωνίας αντιστοιχεί στο βαθμό κατά τον οποίο είναι διανεμημένα σ’ όλους τους ανθρώπους τα μέσα και η υπευθυνότητα να τα βγάζουν πέρα με τις αρρώστιες…». Ιβάν Ίλιτς, Ιατρική Νέμεση, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Εκδοτική ομάδα, Θεσσαλονίκη 1986

Γιώργος Κυριακού

Φθινόπωρο 2009, Αίγινα