Προλογικό Σημείωμα

Παραφράζοντας τον Χομπσμπάουμ, η χρονιά που πέρασε αποτέλεσε, για την κυρίαρχη κανονικότητα, μια «χρονιά των άκρων».

Η διαπλοκή και η διαφθορά της εξουσίας, η ασύδοτη και αλαζονική δράση της αστυνομίας με την ανοιχτή συνεργασία της με ακροδεξιές ομάδες, η συνεχιζόμενη επιδείνωση των όρων εργασίας για όλο και περισσότερες κατηγορίες εργαζομένων, η ανάδυση των μικροαστικών αντανακλαστικών με τη δυναμική επανάκαμψη του εθνικισμού και του ρατσισμού, διαμόρφωσαν ένα πνιγηρό κλίμα στην κοινωνία. Στους αντίποδες αυτών των δυσμενών εξελίξεων, ένα μειοψηφικό αλλά διόλου ευκαταφρόνητο νεολαιίστικο ρεύμα έθεσε τις βάσεις για τη διαμόρφωση αδιαμεσολάβητων χώρων έκφρασης και ανέπτυξε ακηδεμόνευτους τρόπους δράσης, τοποθετώντας τις αξίες της αυτοργάνωσης και της οριζόντιας δικτύωσης στο επίκεντρο των κοινωνικοπολιτικών πρακτικών του.

Αν επιχειρούσαμε να οριοθετήσουμε χρονικά τη διαμόρφωση αυτού του ρεύματος ριζοσπαστικοποίησης στην ελληνική κοινωνία, θα μπορούσαμε να εστιάσουμε στην περίοδο που ακολούθησε τη σύσκεψη των αρχηγών κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Χαλκιδική, το καλοκαίρι του 2003. Σε αυτή την φάση, και ιδιαίτερα στους επόμενους μήνες, όπου αναπτύχθηκε πανελλαδικά ένα μεγάλο αντιεξουσιαστικό ρεύμα αλληλεγγύης στους συλληφθέντες απεργούς πείνας, εμφανίστηκε ορμητικά στο προσκήνιο ένα ισχυρό δυναμικό αμφισβήτησης στη βάση της αυτοοργάνωσης και του αυτόνομου συντονισμού των κινητοποιήσεων. Η κατασκευή των ολυμπιακών έργων και η προσπάθεια επιβολής του αστυνομικού ελέγχου, κυρίως μέσα από την τοποθέτηση καμερών στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας, αποτέλεσαν τα επόμενα τοπικά μέτωπα αγώνων μέσα από πολυάριθμες πρωτοβουλίες κατοίκων στο αττικό λεκανοπέδιο, αλλά και από μέρους συλλογικοτήτων και κινήσεων κυρίως του αναρχικού-ελευθεριακού χώρου.

Οι φοιτητικές κινητοποιήσεις του 2007 (για το λεγόμενο άρθρο 16 του συντάγματος) με το μαχητικό παρών χιλιάδων νέων ανθρώπων στους δρόμους των πόλεων της ελλαδικής επικράτειας, και κυριότερο βέβαια το ραντεβού μπροστά από το ελληνικό κοινοβούλιο, σηματοδότησαν την κορύφωση αυτής της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης. Η συγκρουσιακή διάθεση που εκφράστηκε, η σύνθεση των φοιτητικών καταλήψεων-μπλοκ, αλλά και η απροκάλυπτη αστυνομική βαναυσότητα στην αντιμετώπισή τους, κατέδειξαν τα περιορισμένα περιθώρια ελιγμών από την πλευρά των κρατούντων και του πολιτικού προσωπικού τους. Μια σημαντική μερίδα της νεολαίας ήρθε σε επαφή και αξιοποίησε τις πλούσιες αγωνιστικές παρακαταθήκες της κατάληψης και της αμεσοδημοκρατικής συνέλευσης, αλλά βίωσε, επίσης, και εμπράκτως την εχθρική πολιτική του ΚΚΕ και την κρατική βία.

Η περιοχή των Εξαρχείων, ως πόλος συσπείρωσης και έλξης του πιο ανήσυχου και ανιδιοτελούς τμήματος της ελληνικής νεολαίας, βρέθηκε στο στόχαστρο των κρατικών μεθοδεύσεων με αποκορύφωμα τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από δύο ένστολους εκπροσώπους του «νόμου και της τάξης».

Η στυγερή δολοφονία του 15χρόνου μαθητή αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για τα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου. Μία άλλη δολοφονική απόπειρα, εναντίον της συνδικαλίστριας Κωνσταντίνας Κούνεβα, λειτούργησε πολλαπλασιαστικά στην ανάδειξη επιπλέον κινήσεων αντίστασης στα τέλη του Δεκέμβρη και στις αρχές της φετινής χρονιάς. Νέες συνελεύσεις και καταλήψεις χώρων ή κτιρίων ξεπήδησαν σε αρκετές περιοχές της Αθήνας αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, προσπαθώντας να κρατήσουν ζωντανό το πνεύμα γενικευμένης ανυπακοής που χαρακτήρισε τα γεγονότα του Δεκεμβρίου. Όσο η κρατική αναλγησία και η εμφανής συνεργασία της αστυνομίας με ακροδεξιές ομάδες συνεχίζονταν απτόητες, τόσο οι νέες αυτές κοινότητες αγώνα άφηναν ανοιχτούς λογαριασμούς με τον κρατικό μηχανισμό. Έτσι, λοιπόν, η κοινωνική έκταση και αποδοχή που είχαν τα λεγόμενα «νέα Δεκεμβριανά» σε κάθε γωνιά του κόσμου, αποτέλεσε μία ανησυχητική υπόθεση, την οποία το ελληνικό κράτος εκαλείτο να αντιμετωπίσει. Το γεγονός μάλιστα ότι στην περίοδο που ακολούθησε υπήρξε από τη μία πλευρά μία διεύρυνση των αυτοοργανωμένων κινήσεων αντίστασης στο ελλαδικό χώρο και από την άλλη ορισμένα βίαια χτυπήματα κατά αστυνομικών, διαμόρφωσε μία εικόνα επικινδυνότητας για το πολιτικό «άκρο».

Το Δεκέμβρη ο κρατικός μηχανισμός, βαλλόμενος πανταχόθεν, επέλεξε να μη δυναμιτίσει το ήδη τεταμένο κοινωνικό κλίμα, περιοριζόμενος στη σύλληψη μερικών δεκάδων ανθρώπων και στην προφυλάκιση αρκετών εξ αυτών. Όταν διαισθάνθηκε ότι η «φουρτούνα είχε περάσει», επιχείρησε να περάσει στην αντεπίθεση, εξαπολύοντας, με αιχμή του δόρατος το μεταναστευτικό ζήτημα, ένα κύμα αστυνομοκρατίας και παρακρατικής τρομοκρατίας. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θεώρησε πλέον πως σε αυτόν τον πόλεμο κατά του αντίπαλου «άκρου» (συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό ακόμα και τον ΣΥΡΙΖΑ) διαθέτει την πρωτοβουλία των κινήσεων, δίχως, βέβαια, να αποκλείει τη σύμπραξη και των ακροδεξιών δυνάμεων. Αυτή η στρατηγική διαμόρφωσε το κατάλληλο κλίμα για το ξενοφοβικό αίσχος στην πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα αλλά και για αρκετές μικροεπιθέσεις σε αυτοδιαχειριζόμενους χώρους.

Έτσι λοιπόν, τα κύρια πολιτικά χαρακτηριστικά της χρονιάς που πέρασε ήταν σε γενικές γραμμές τα εξής: από τη μία πλευρά, μια ριζοσπαστικοποίηση ενός τμήματος της κοινωνίας με, ενίοτε, όρους ανοιχτής αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος, που, ωστόσο, δεν κατάφερε να προκαλέσει τομές που θα βελτίωναν τις συνθήκες κοινωνικής διαβίωσης, ελλείψει σημαντικών αγώνων των εργαζομένων. Η ανοιχτή συμπαράταξη του ΚΚΕ με άλλες κοινοβουλευτικές δυνάμεις, όπως τους σοβινιστές του ΛΑΟΣ και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, αλλά και η εκ μέρους του υιοθέτηση των πιο συντηρητικών αντιλήψεων της ελληνικής κοινωνίας, έπαιξε οπωσδήποτε ένα ρόλο. Από την άλλη πλευρά μια παλαιοκομματικού τύπου δεξιά κυβερνητική πολιτική, ανέσυρε από τη λήθη τα πιο αντιδραστικά ιδεολογήματα στοχεύοντας στην παραδοσιακή εκλογική βάση των νοικοκυραίων, δείχνοντας ότι αγωνιούσε να γαντζωθεί πάση θυσία στην εξουσία. Μια πολιτική που διόγκωνε διαρκώς τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, διαμορφώνοντας συνθήκες κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ασφυξίας.

Μπροστά στο διαφαινόμενο πολιτικό αδιέξοδο και για την αναστήλωση του τρωθέντος κύρους του πολιτικού συστήματος, το καθεστώς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας διαθέτει ένα στρατηγικό όπλο: την ομαλή εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία. Η κουρασμένη ελληνική κοινωνία ήταν ανίκανη αλλά και απρόθυμη να εμπνευστεί από τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, να εμβαθύνει στη σημασία τους και να εξαγάγει τα απαραίτητα συμπεράσματα. Αναπαρήγε σε πολύ μεγάλο βαθμό την περιρρέουσα ατμόσφαιρα φόβου και την καχυποψία προς τους μετανάστες, απέχοντας ωστόσο από το να της δώσει καθοριστική –για την κυβερνητική εξουσία– πολιτική έκφραση.

Η άμεση και θριαμβευτική άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, αποτέλεσε τη μόνη δυνατή καθεστωτική πολιτική επιλογή αλλά και μια, κατά κάποιο τρόπο, απαίτηση προς την κοινωνική και πολιτική ομαλότητα. Η νεογλώσσα του προοδευτισμού, που έφερε ο Γ. Παπανδρέου και το τεχνοκρατικό του επιτελείο στο πολιτικό προσκήνιο, επιχειρεί να διαμορφώσει μία ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συμμαχία, προκειμένου να προχωρήσει στην εφαρμογή των επόμενων σοσιαλφιλελεύθερων επιταγών. Σε αυτή τη νέα κεντρώα φιλελεύθερη συμμαχία χωράνε πολλά. Η «πράσινη ανάπτυξη» αποτελεί πεδίο ανάπτυξης της διεθνούς οικονομίας με τεράστια οφέλη για τις ασχολούμενες με αυτήν κατασκευαστικές εταιρείες. Η νέα κυβέρνηση ενσωματώνει στο πρόγραμμά της βασικές κατευθύνσεις περιβαλλοντικής ευαισθησίας κομμάτων όπως οι Οικολόγοι Πράσινοι και ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας.

Βασική ωστόσο επιδίωξη της νέας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ είναι η θέσπιση ενός κοινωνικού συμφώνου που θα διασφαλίζει την αδιατάρακτη λειτουργία του συστήματος χωρίς τις εντάσεις και τους εκτροχιασμούς της προηγούμενης περιόδου. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η περιθωριοποίηση και εξουδετέρωση της πολιτικής απήχησης στην κοινωνία κάθε ανατρεπτικού λόγου αποτελεί προτεραιότητα για τη νέα κυβέρνηση. Αξιοποιώντας προσχηματικά τις τελευταίες ένοπλες επιθέσεις, η κυρίαρχη νεογλώσσα επιχειρεί να οικοδομήσει μια πλατιά πολιτική και κοινωνική συμμαχία για την εξουδετέρωση των «άκρων». Και αν το ΚΚΕ έπαιρνε τον περασμένο Δεκέμβριο τα τηλεοπτικά εύσημα για τη στάση του από τον Βορίδη, τον περασμένο Οκτώβρη ο ΣΥΡΙΖΑ παίρνει τα τηλεοπτικά εύσημα από τον Άδωνι. Οφείλει ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά τα «αναρχίζοντα» στραβοπατήματα, να αναπληρώσει το χαμένο έδαφος προς τη διασφάλιση της πολιτικής σταθερότητας, αποκαθιστώντας την εικόνα του ως υπεύθυνου πολιτικού φορέα… Από την άλλη πλευρά, η προσπάθεια περιθωριοποίησης του αντιεξουσιαστικού «άκρου», με την πλήρη σύμπλευση της κοινοβουλευτικής αριστεράς, δε θα μπορούσε να είναι πειστική αν δεν επιφύλασσε και την ίδια αντιμετώπιση και στις ολιγάριθμες ακροδεξιές ομάδες, κάτι που ήδη διεφάνη στον Άγιο Παντελεήμονα στις αρχές του Νοέμβρη, με τη σύλληψη δύο εκ των μελών τους.

Η εμπέδωση μιας τέτοιας πολιτικής και κοινωνικής συμμαχίας από την πλευρά των κρατούντων θεσμών (κόμματα, γραφειοκρατικός συνδικαλισμός, μέσα μαζικής ενημέρωσης κτλ.) θα μπορέσει πολύ πιο εύκολα να ευοδωθεί, αν ο ελευθεριακός λόγος και πράξη παραδώσει βορά στον καταιγισμό της κυρίαρχης προπαγάνδας τα διαφιλονικούμενα κοινωνικά πεδία. Η αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού παρέχει στην εξουσία την ευκαιρία για να πλασάρει το ιδεολόγημα της ασφάλειας, αλλά και το μύθο του ενός και μοναδικού δρόμου πορείας της ιστορίας, εκείνου της καπιταλιστικής («πράσινης» ή μη) ανάπτυξης.

Η ταξική προσέγγιση δεν μπορεί παρά να είναι μία από τις σημαντικές διαστάσεις στην άρθρωση της ελευθεριακής δράσης και λόγου, σε μια ιστορική συγκυρία όπου η συγκέντρωση πλούτου στα χέρια των λίγων επιτείνεται, όπου οι εργασιακές συνθήκες επιδεινώνονται, με το φάσμα της ανεργίας να ορθώνεται απειλητικά. Ωστόσο, η ταξική οπτική δεν μπορεί και δε θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει συνολικά την πολυσύνθετη φύση των σχέσεων κυριαρχίας: ο εργατοκεντρισμός τείνει να ανακαλύπτει θύλακες ταξικής και κοινωνικής συνείδησης σε… προσαυξημένα, πάντοτε σε σχέση με την πραγματικότητα, ποσοστά.

Από την άλλη πλευρά, η προσπάθεια των τελευταίων χρόνων για τη διαμόρφωση νέων μορφών αγώνα σε τοπικό επίπεδο με ευρύτατη κοινωνική απεύθυνση διανοίγει πρωτόγνωρους ορίζοντες για την εξάπλωση και εδραίωση της ελευθεριακής προοπτικής. Αυτές οι ενδιαφέρουσες μικροκοινότητες μέσα στο αχανές αστικό τοπίο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης χρειάζονται πλέον τη διασαφήνιση και εξειδίκευση ορισμένων χαρακτηριστικών τους προκειμένου να προχωρήσουν στο επόμενο στάδιο της εδραίωσης της παρουσίας τους. Αν η τοπική συνεύρεση και σύμπραξη κατοίκων πάνω σε επιμέρους ζητήματα αποτιμάται θετικά, η ίδια η πραγματικότητα καλεί επιτακτικά στην ενασχόληση με το κοινωνικό ζήτημα εδώ και τώρα. Η βελτίωση της ποιότητας της ζωής και η προστασία του φυσικού και αστικού περιβάλλοντος μέσα από τα αποκαλούμενα «κινήματα πόλης» παραμένει μια περιορισμένη και ανώδυνη διέξοδος εκτόνωσης όσο δε συνοδεύεται από την ανάπτυξη ενός κοινωνικού συνδικαλισμού, καθολικά ανταγωνιστικού προς τις συστημικές επιλογές, ο οποίος σε τοπικό-περιφερειακό επίπεδο μπορεί να διαμορφώσει μία διττή παρουσία τόσο μέσα από κινήσεις αντίστασης όσο και μέσα από μία κοινοτικού χαρακτήρα έμπρακτη αντιμετώπιση των καθημερινών αναγκών, νοούμενη ως μία ανοιχτή και σε καθημερινή αλληλεπίδραση με το κοινωνικό περιβάλλον διεργασία και όχι σαν μία μικρή νησίδα αυτοοργάνωσης.

«Κάθε αληθινή ζωή», λοιπόν, «είναι μία συνάντηση», όπως αναφέρει και ο συγγραφέας. Γι’ αυτό, απέναντι στον τεχνοκρατισμό της πράσινης ανάπτυξης και το αίσθημα «ασφάλειας» και ευταξίας του εξατομικευμένου πολίτη, οφείλουμε να αναδείξουμε τις αξίες της αλληλεγγύης και της αυτοοργάνωσης, να καταδείξουμε τη σημασία του συνεχούς αγώνα για την υπεράσπιση της ανθρώπινης κοινότητας και της φύσης, της κοινωνικοποίησης των αναγκών και των αγαθών. Αυτή είναι η πρόκληση με την οποία καλούμαστε να αναμετρηθούμε.

η συντακτική ομάδα