Κόμης Καποδίστριας, το αδελφάκι του μεγάλου αδελφού

Δύο καινοτομίες προβλήθηκαν τον τελευταίο καιρό από την κυβέρνηση και τα ελεγχόμενα ΜΜΕ ως οι άκρως απαραίτητες και δραστικές λύσεις-αρμοδιότητες οι οποίες δίνουν νέους ρόλους στη νέα μορφή συγκεντρωτικής τοπικής αυτοδιοίκησης: του εξουσιαστικού ελέγχου και της καταστολής. Η πρώτη αρμοδιότητα έγκειται στη θεσμοθέτηση των «δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων πρόληψης εγκληματικότητας» με την ευθύνη του υπουργού Δ.Τ., και η δεύτερη συνίσταται στην εξαγγελία για την πρόσληψη από το κράτος 10.000 αστυνομικών «υπαλλήλων» με στόχο την υποχρεωτική υπαγωγή τους με χρέη δημοτικής αστυνομίας υπό την τοπική αυτοδιοίκηση. Η τελευταία αναδομείται ως όργανο έννομης βίας έχοντας τον υπουργό Δ.Τ. συνπροϊστάμενο με σημαντικές δικαιοδοσίες στο χώρο της.
Η στερεότυπη εικονογράφηση του καφενειακού τραπεζιού στο χωριό με τον πρόεδρο, το χωροφύλακα, τον παπά και το δάσκαλο ως η λαϊκή αποτύπωση των ξεχωριστών συμβόλων εξουσίας φαίνεται να λαμβάνει μια ενιαία μορφή και περιεχόμενο (εξαιρώντας με λίγη καλή θέληση τον τελευταίο που άρχισε δειλά δειλά να πετάει και καμιά πέτρα σε διαδηλώσεις) κάνοντας τη ζωή μας πιο ελεγχόμενη στην ήδη κοινωνική αποξένωση και πολιτική αλλοτρίωση. Η σύντηξη των αρμοδιοτήτων -για να έρθουμε στην εποχή μας- της διοίκησης, του επιχειρηματικού μάνατζμεντ και της καταστολής δίνουν και την εικόνα της ενσωμάτωσης και του τελευταίου χωριού στη δίνη του ευρωπαϊκού ολοκληρωτισμού της SENGEN αλλά και της αφασίας με τη συνοδεία της «ανασφάλειας» στην οποία τείνει να περιέρχεται με γοργούς ρυθμούς η κοινωνία μας. Ο αντίλαλος από τους βρυχηθμούς της φασιστικής TV για την «αίσια έκβαση της επιχείρησης διάσωσης των ομήρων», των ουρλιαχτών των μικροαστικοποιημένων στρωμάτων για την «ανάγκη περισσότερης αστυνόμευσης», οι γαργάρες για «ησυχία, τάξη και ασφάλεια» από αγρότες που κλείνουν τις εθνικές οδούς, από μαθητές που εμποδίζουν την κυκλοφορία, από ναυτεργάτες που απειλούν τον υπουργό, ζητιάνους και πρεζόνια που «χαλάνε την εικόνα», από νεολαίους που διαδηλώνουν, από «οπισθοδρομικούς χωριάτες» που αρνούνται τα εκσυγχρονιστικά σχέδια της υπουργού δίνουν την ιδέα της αναγκαιότητας για τον «κοινωνικό αυτοματισμό» της καταστολής σε περιφερειακό επίπεδο που ως τέτοιο ταυτίζεται με την τοπική αυτοδιοίκηση. Η βαρβαρότητα αυτών των δύο μέτρων τα οποία και συνοδεύουν οι εισηγητές καταχρηστικά με τη λέξη «φιλοσοφία» ταυτίζει την τάξη με την αυστηρότερη εφαρμογή των αποφάσεων.
Η κρατική καταστολή, αν δε θέλουμε να είμαστε «ψυχροί» παρατηρητές ή «αντικειμενικοί» αναλυτές ενός φαινομένου το οποίο υφιστάμεθα αποτελεί τουλάχιστον την υλική δυνατότητα του κράτους να επιβάλλεται δια του τρόμου στο περιθώριο που έχουν ορίσει δια μέσου της κοινωνικής-ταξικής πάλης οι κοινωνίες. Οι Ο.Τ.Α., εξαρτήματα του κράτους οριζόμενα από τις διατάξεις που διαρκώς ελίσσονται στο παραπάνω πλαίσιο σύγκρουσης είναι ίσως οι μόνοι οργανισμοί οι οποίοι δεδομένης της συγκυρίας θα μπορούσαν να στηρίξουν και να διευρύνουν αυτό το φαινόμενο. Η ιστορία της τοπικής αυτοδιοίκησης στον ελλαδικό χώρο θα μπορούσε ίσως να υποβοηθήσει τόσο σε συμπεράσματα για την αποτίμηση του σήμερα όσο και στις πρακτικές συνειδητής κοινωνικής αντίστασης. Ο νόμος για παράδειγμα του 1836 από την κυβέρνηση του Όθωνα για την ευθύνη των αρχών των κοινοτήτων σε φαινόμενα παραβατικής συμπεριφοράς (ληστεία, στάσεις, «αταξία, ανομία» κλπ.) δεν ανάγεται όπως νομίζουν κάποιοι ιστορικοί σε προαστικές παραγωγικές σχέσεις αλλά στην ανικανότητα του συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού να εφαρμόσει στο έπακρο τις επιλογές του: «Επίσης στοχεύουν (τα μέτρα) στη μείωση/ εξάλειψη του αισθήματος ανασφάλειας και δυσπιστίας των πολιτών ως προς την ικανότητα της Πολιτείας να προστατεύσει αποτελεσματικά τα έννομα και κοινωνικά αγαθά τους» Η εν λόγω περίπτωση βέβαια δεν επικυρώνει την τότε πραγματικότητα όμως προσεγγίζει το βάθος της εξουσιαστικής δυναμικής και της τακτικής της. Πρόκειται για μια δυναμική η οποία επανακαθορίζεται σε μια εποχή που ένα ισχυρό κοινωνικό ρεύμα έχει προετοιμαστεί για κάτι παρόμοιο: τη διεύρυνση αλλά και την ισχυροποίηση της καταστολής δανειζόμενη από τις ευρωαμερικάνικες εφαρμογές την «πρόληψη» και ιδιαίτερα κατά του μικρού εγκλήματος. Αυτή λοιπόν η συνταγή συνίσταται στην εφαρμογή της παρακολούθησης αλλά και της αυστηρής ως χαλαρής αντιμετώπισης των πιτσιρικάδων που λουφάρουν από τα SUPER MARKET, που σπάνε τα τζάμια του σχολείου και γράφουν συνθήματα, στον έλεγχο των μεταναστών, στην ποσότητα του αλκοόλ που καταναλώνουν οι θαμώνες, στο πόσα μηχανάκια κυκλοφορούν χωρίς άδεια, ή πόσοι άνεργοι υπάρχουν στο χωριό, ή ακόμη πόσοι ξεφεύγουν με τις δραστηριότητές τους από τα τιμολόγια και την εφορία. Κανείς ούτε οι εμπνευστές των μέτρων δεν μπορούν να γνωρίζει επακριβώς το μέγεθος και την προοπτική αυτού του ελέγχου και της καταστολής διότι περνά μέσω της τοπικής αυτοδιοίκησης σε ανθρώπους καθημερινούς (ιδίως για την επαρχία) και πιο προσιτούς σ' αυτήν την επαίσχυντη πραγματικότητα. Έτσι οι προσδοκίες των θαμώνων των TALK SHOW (ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, αστυνομικοί, κοινωνικοί λειτουργοί, «φορείς», φαίνεται να γίνονται πιο πραγματικές αλλά και πιο εφιαλτικές και ιδιαίτερα για όσους και όσες βλέπουν την κοινότητα σαν κύτταρο ελευθερίας, δημιουργίας και ειλικρινούς συμβίωσης

10000 ΡΑΒΔΟΥΧΟΙ-ΕΣ ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΜΑΣ
Ένα ένοπλο αστυνομικό σώμα, πανομοιότυπο σε δομή και δικαιοδοσίες με την ΕΛ.ΑΣ οργανώνεται. Σε ημερίδα που διοργάνωσε η ΚΕΔΚΕ με τη συμμετοχή των δυο υπουργείων στις αρχές Ιουλίου και με κεντρικό εισηγητή τον δήμαρχο της Ρόδου έγιναν σαφείς οι στόχοι του νέου σώματος:
-Η δυνατότητα της έπ' αυτοφώρω σύλληψης για τα αδικήματα της αρμοδιότητάς του που διώκονται ποινικά..
-Η δυνατότητα της διενέργειας ανακρίσεων, του καταρτισμού δικογραφιών και της παραπομπής του κατηγορουμένου στον εισαγγελέα.
Οι αρμοδιότητες του νέου σώματος άπτονται: της εφαρμογής των αποφάσεων των Δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων, της καθαριότητας, της κυκλοφορίας, της οικοδόμησης, της ύδρευσης, της αποχέτευσης, των χώρων εγκατάστασης πλανόδιων ή νομάδων, των εμποροπανηγύρεων, της λειτουργίας των καταστημάτων, της χορήγησης αδειών σε μικροπωλητές, της λειτουργίας θεάτρων και κινηματογράφων της ρύπανσης, της ευκοσμίας και ευταξίας των πόλεων κτλ, κτλ. Ο υφ. Εσωτερικών Γ. Φλωρίδης τόνισε την ανάγκη της δημιουργίας «μιας υπηρεσίας που έχει εσωτερική δομή και οργάνωση και που μπορεί με την κατάλληλη στελέχωση ενός ειδικευμένου προσωπικού να ασκήσει τα καθήκοντά της.(Τα δημοτικά αστυνομικά τμήματα)έχουν μέσα και προανακριτικές δυνατότητες και μπορούν να ασκήσουν καθήκοντα αστυνομικά»

Η ΝΕΑ (ΔΗΜΟΣΙΑ) ΤΑΞΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Η οδηγία του υπουργείου Δ.Τ. προς τους «κ.κ .Δημάρχους Αττικής με ημερομηνία 7-5-99 (και σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν.2713/99. ΦΕΚ Α΄90/30-4-99) δεν απέχει και πολύ από την προαναφερόμενη πραγματικότητα του τηλεοπτικού αυθαίρετου οικοδομήματος. Τα Δ/Κ ΣΠΕ απαρτιζόμενα από «δικαστικούς λειτουργούς, εγκληματολόγους ,ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, αστυνομικούς, κοινωνικούς λειτουργούς και ιατρούς καθώς και εκπροσώπους των κοινωνικών φορέων και παραγωγικών τάξεων» «στα πλαίσια της εφαρμογής πολιτικής πρόληψης της εγκληματικότητας σε συνεργασία με την αυτοδιοίκηση α΄ και β΄ βαθμού», «αποτελούν αποκεντρωμένα, κοινοτικά όργανα αντεγκληματικής πολιτικής» «σε τοπικό επίπεδο». Ένα θεσμοθετημένο σήριαλ ψευδούς απεικόνισης των κοινωνικών μας σχέσεων επαναλαμβάνει την παρουσία του με «συμμετοχικά όργανα διαχείρησης του προβλήματος της εγκληματικότητας σε τοπικό επίπεδο». Έτσι, «οι κρατικού θεσμοί, οι κοινωνικοί και επιστημονικοί φορείς, η τοπική αυτοδιοίκηση, ο κάθε πολίτης/δημότης συνεργάζονται ώστε οι τοπικές κοινωνίες (sic) να ορθώνουν τα δικά τους τείχη στην πρόληψη/αρχική αντιμετώπιση της μικρής τουλάχιστο εγκληματικότητας, εξειδικεύοντας και προσαρμόζοντας τα αναγκαία μέτρα».
Από τις προθέσεις των συντακτών του ίδιου εγγράφου προκύπτει και η παντοιοτρόπως δυναμική της εξουσίας διαρκώς να αναπαράγει τον εαυτό της ακόμα και στην πιο απομακρυσμένη περιοχή της γεωγραφικής της επικράτειας αναδιανέμοντας με μέτρο σύμβολα εξουσίας εφόσον αυτά δεν την υπερβαίνουν ως κατοχυρωμένη οντότητα. Τα Δ/Κ ΣΠΕ συγκεντρώνουν το έτοιμο υλικό από τις κουστωδίες «αγανακτισμένων πολιτών», «καλοθελητών» ειδικών, υπαλλήλων του κράτους, εκδοτών τοπικών φυλλάδων, διευθυντών σχολείων και άλλων οι οποίοι κατά καιρούς και αποσπασματικά «κινητοποιούνται» πότε για τους μετανάστες πότε για την ανήσυχη νέολαία, πότε για τους περιθωριακούς της «πόλης μας», πότε για τα «ναρκωτικά» κάνοντας τα στραβά μάτια στα κυκλώματα προώθησης της πρέζας και εμπορίας γυναικών από τα τοπικά τμήματα τάξης, στις καταπατήσεις κρατικής περιουσίας από οικονομικούς παράγοντες, στην καταστροφή του περιβάλλοντος από τοπικούς επιχειρηματίες με τη συγκάλυψη δικαστών ή στο φάγωμα χρημάτων από τα έργα που προορίζονται για εργολάβους και δημάρχους-νομάρχες.
Προτιθέμενη να περιορίσει «ορισμένες μορφές εγκλήματος» η τοπική αυτοδιοίκηση ως το μακρύ χέρι του κράτους λειτουργεί παραπλανητικά απέναντι στους ψηφοφόρους της οι οποίοι κοιτώντας τόσο κοντόφθαλμα και δίχως να ψάξουν τις αιτίες των φαινομένων βρίσκουν με τον πιο απλό τρόπο τους αποδιοπομπιαίους τράγους. Μια πραγματικότητα που κινείται στα όρια της ανασφάλειας μέσω της κατανάλωσης ειδήσεων την οποία επέβαλλαν τα ΜΜΕ ύστερα από μια σειρά κατάλληλων και εύπεπτων εκπομπών, ύστερα από πρωτοσέλιδα εφημερίδων, ύστερα από ιαχές των πρωτοκλασάτων του μικροφώνου τείνει να παίρνει τη μορφή της μέσω του νόμου 2713/99.
Η πλέον σημαντική παράγραφος του άρθρου 16 είναι εκείνη η οποία παρουσιάζει την δυνατότητα της Δημοτικής αρχής «η οποία βεβαίως μπορεί να αναθέτει και την εφαρμογή» αφού βέβαια γνωμοδοτήσουν τα Δ/Κ ΣΠΕ. Η «εφαρμογή» αυτή μπορεί να είναι μια εκδήλωση-ενημέρωσης ας πούμε για τα ναρκωτικά με εκείνους τους συνηθισμένους δεκάρικους λόγους γεγονός που θα κάνει τόσο τους έχοντες την γνώσιν όσο και τους πρεζέμπορους από μια άλλη οπτική να γελάσουν. Όμως η εφαρμογή μπορεί να είναι ένα ανηλεές πογκρόμ από την καινούρια δημοτική αστυνομία των πιτσιρικάδων με το πρόσχημα των ναρκωτικών (σ' αυτήν την περίπτωση γελούν μόνο οι έμποροι) , το συντονισμένο κυνήγι μεταναστών, η βίαιη λήξη μιας κατάληψης μαθητών, το κυνήγι των ανθρώπων της καθημερινής επιβίωσης για άδειες κλπ. Στο όνομα λοιπόν «της συνευθύνης που επιβάλλει το κοινωνικό συμβόλαιο, (πού το θυμήθηκαν αυτό;) η κοινή συμβίωση» οι κυρίαρχες ομάδες αλλά και αυτές οι οποίες μοιράζονται την οικονομική ασφάλεια του «νοικοκύρη» θωρακίζονται από τη μια τόσο μικροπρόθεσμα για την άμεση αντιμετώπιση κινδύνων όσο και μακροπρόθεσμα για την οριοθέτηση ζωνών ασφαλείας ανάμεσα σε αυτούς και στον υπόλοιπο πληθυσμό ενός μελλοντικού γκέτο.

Γιώργος Κυριακού