• Κοινότητα και τοπική δράση. Μια πρώτη καταγραφή
  • Μίκρο-και Μάκρο-ω αυτοδιαχείριση
  • Ένα γράμμα για μια προτεινόμενη Κομμουνιστική εγκατάσταση
  • Οι ψευδαισθήσεις της ανάπτυξης
  • Η αναρχία στην πράξη-Μια βελγική κολλεκτίβα
  • Βιβλιοπαρουσίαση: Πιερ Κλαστρ: Εξουσία και ελευθερία στις πρωτόγονες κοινωνίες

Περί εκλογών και Δημοκρατίας ή κάθε τέσσερα χρόνια μια Κυριακή πολίτες

Η προκήρυξη πρόωρων εκλογών στις αρχές Απριλίου δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία. Οι ψίθυροι, η έντονη φημολογία, η σκόπιμη διασπορά εμπιστευτικών πληροφοριών σχετικά με την ημερομηνία τέλεσης των εκλογών προανήγγειλαν την τυπική εξαγγελία τους. Πέρα από τους σπαρακτικούς θρήνους για την πρόωρη ανακοίνωση των εκλογών και τις μωρολογίες για την υποβάθμιση του δημόσιου βίου που επιφέρει η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος, μια επιγραμματική απόδοση των γενικών γνωρισμάτων που προσδιορίζουν τη συγκυρία, εντός της οποίας θα διεξαχθεί η εκλογική αναμέτρηση, είναι αναγκαία για τη διασαφήνιση των δικών μας θέσεων. Το περίγραμμα που προδιαγράφει το χαρακτήρα της επικείμενης εκλογικής αναμέτρησης έχει αποκρυσταλλωθεί:
Η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας που εντείνεται τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό της χώρας (διαπλεκόμενα, νόμος Καποδίστρια) αναιρεί το ίδιο το νόημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας μέσω της μεταβίβασης της λήψης των αποφάσεων στη δικαιοδοσία υπερεθνικών κέντρων [Ευρωπαϊκή Επιτροπή(Κομισιόν), NAFTA, ASEAN] και της οικονομικής εξουσίας στα χέρια ολοσχερώς ανεξέλεγκτων, μη αντιπροσωπευτικών οργάνων (ΠΟΕ, ΔΝΤ, Διεθνής Τράπεζα). Ο απροσχημάτιστος προσανατολισμός του ΝΑΤΟ και των συμπληρωματικών του διεθνών οργανισμών (ΟΑΣΕ, η υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκή δύναμη ταχείας επέμβασης) στην ανάληψη ενεργού ρόλου για την περιφρούρηση και βίαιη εμπέδωση του οικουμενικού προτύπου διακυβέρνησης της «δημοκρατίας της αγοράς» (επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία, επαπειλούμενες επεμβάσεις σε καθεστώτα που αμφισβητούν τους «κανόνες του παιχνιδιού») περιορίζει ασφυκτικά τις δυνατότητες διάνοιξης μιας απτής διεξόδου από τη διαμορφούμενη Νέα Τάξη, όπως εκφράζεται μέσα από τις ευρωατλαντικές δομές.
Σε αυτή τη σφοδρή ανακατάταξη του κοινωνικού τοπίου το κράτος επιδιώκει να κατοχυρώσει ένα ασφαλές περιβάλλον για την αδιατάρακτη λειτουργία των αγορών, υποστέλλοντας την παρεμβατική δράση που το χαρακτήριζε μεταπολεμικά, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Ο βαθμός διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς αποκλείει την άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής των εθνικών κυβερνήσεων, υπονομεύοντας την αξιοπιστία της επίσημης πολιτικής. Η απώλεια εμπιστοσύνης στους επαγγελματίες πολιτικούς που εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως (αποχή, μείωση του αριθμού των κομματικών μελών - ιδιαίτερα στο κυβερνών κόμμα) προσλαμβάνει το χαρακτήρα μιας γενικευμένης αμφισβήτησης, συνειδητής ή υποσυνείδητης, ουσιωδών θεσμών, ζωτικής σημασίας, που αποτελούν τους παραδοσιακούς φορείς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (κόμματα, εκλογική διαδικασία). Η διαμόρφωση μιας νέου τύπου διασύνδεσης μεταξύ οικονομικής και πολιτικής εξουσίας με την αρωγή των ΜΜΕ, βοηθούσης και της εξάλειψης των τυπικών διαφορών μεταξύ των πολιτικών σχηματισμών που διεκδικούν την εξουσία, μετατρέπει σταδιακά την προεκλογική περίοδο σε μία επιθεώρηση όπου οι υποψήφιοι των κομμάτων διαγκωνίζονται σε ευφυείς ατάκες, επίδειξη των αθλητικών επιδόσεων τους με οδυνηρά αποτελέσματα, και σε ποικιλόμορφες εκδηλώσεις φαιδρότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η εμφάνιση φαινομένων επονείδιστου πολιτικού αμοραλισμού και κρετινισμού (Αβραμόπουλος, Βούγιας, Ανδρουλάκης κλπ. στα καθ' υμάς) και οι μεταπηδήσεις υποψηφίων βουλευτών σε αλλότριους εκλογικούς συνδυασμούς (αν και όχι καινοφανείς πρακτικές του κοινοβουλευτισμού, βλ. γεγονότα του Ιουλίου του '65 και αντίστοιχα γεγονότα στη γείτονα Τουρκία) επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές.
Στην Ελλάδα, η εσπευσμένη προσφυγή στις κάλπες, πέντε μήνες πριν τη λήξη της θητείας της σημερινής κυβέρνησης, αποσκοπεί στην πρόληψη σοβαρών αναταράξεων που θα μπορούσαν να κλυδωνίσουν το πολιτικό σκηνικό με απροσμέτρητες συνέπειες για τη φιλελεύθερη ολιγαρχία, ενόψει της ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ. Η απελευθέρωση των αγορών, και πρωτίστως της αγοράς εργασίας από τις «ανελαστικότητες» και τις «ακαμψίες» συνιστά την καταστατική συνθήκη για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας οικονομίας. Η επικείμενη απελευθέρωση των αγορών ενέργειας, μεταφορών και τηλεπικοινωνιών, η αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο βίαιος εκσυγχρονισμός του ασφαλιστικού συστήματος (αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, περικοπή των συντάξεων), η πειθαρχία στη «διατηρησιμότητα» των κριτηρίων της ΟΝΕ απαιτούν ένα σταθερό σκηνικό και έναν ισχυρό πολιτικό διαχειριστή. Το εκλογικό σώμα προσέρχεται στις κάλπες προκειμένου να προσυπογράψει τις προδιαγεγραμμένες επιλογές της οικονομικής και πολιτικής ελίτ.
Το ερώτημα που ανακύπτει σε αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα καχυποψίας, απάθειας και άλλοτε ανοιχτής εχθρότητας προς το πολιτικό σύστημα και τις επιπτώσεις της αγοραιοποίησης, έγκειται στο αν θα σηματοδοτήσει την αφετηρία μιας αμφισβήτησης της καθιερωμένης μορφής κοινωνικής οργάνωσης, διαμέσου μιας συλλογικής κίνησης που σκοπεύει στην ελευθεριακή αναθέσμιση της κοινωνίας, πέρα από το κράτος-έθνος και την οικονομία της αγοράς, ή θα ενταφιάσει οριστικά κάθε προοπτική ριζικής αλλαγής. Ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της πολιτικής, που σήμερα ταυτίζεται με μια μεθοδολογία κυριαρχίας και ελέγχου επί των ανθρώπων, ως διαχείρισης των υποθέσεων της κοινωνίας από τα ίδια τα μέλη της είναι ένα από τα ζητούμενα.
Η λειτουργία εγχειρημάτων τοπικής δράσης (αυτόνομες δημοτικές κινήσεις, αυτοδιευθυνόμενα τοπικά στέκια, κ.ά) πλαισιωμένα με αντίστοιχες κινήσεις σε ένα συνομοσπονδιακό δίκτυο, αποτελεί μια πρόκληση που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει την κοινωνία στην κατεύθυνση εξεύρεσης μια ορατής διεξόδου από τη σημερινή απάθεια. Ιδιαίτερα σε μία περίοδο όπου η κρίση αποκτά οντολογικές διαστάσεις και απειλεί να αφανίσει το ανθρώπινο είδος.

Ευτοπία