Απαλλοτριώσεις στο λόφο Φιλοππάπου ή ο στραγγαλισμός των δημόσιων χώρων


Σε μια Αθήνα που έχει από καιρό γίνει θανατηφόρα λεκάνη τσιμέντου και υπόδειγμα οικιστικού ιμπεριαλισμού, οι αληθινά δημόσιοι χώροι που διατηρούν κάποια μνήμη φυσικού τοπίου είναι ελάχιστοι. Ο λόφος τού Φιλοπάππου απέναντι στο αρχαιολογικό πάρκο τής Ακρόπολης είναι ένας απ' αυτούς. Στα τέλη τού καλοκαιριού 2002, κι ενώ όλοι ετοιμάζονται για τη μεγάλη ολυμπιακή φιέστα τού 2004, προαναγγέλθηκε ο αφανισμός του από το χέρι μιας φονικής κρατικής πολιτικής τής οποίας είμαστε όλοι με τον πιο απελπιστικό τρόπο αιχμάλωτοι.

Προανάκρουσμα των γεγονότων στάθηκε η εμφάνιση εκτεταμένων τμημάτων καγκελόφραξης σε ορισμένα περιμετρικά σημεία τού λόφου. Η οργή και η ανησυχία των κατοίκων Πετραλώνων, Θησείου, Μακρυγιάννη και Κουκακίου, για τους οποίους ο τόπος είναι μοναδικό πεδίο αναψυχής και περιπάτου, οδήγησε σε άμεσες κινητοποιήσεις με εντυπωσιακά αποτελέσματα: την Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2002, μια αυθόρμητη συνέλευση 500 περίπου κατοίκων αποφάσισε επιτόπου ομόφωνα και γκρέμισε την καγκελόφραξη υπό την παρουσία περιπολικού της αστυνομίας, ανανέωσε την κινητοποίηση καθιερώνοντας λαϊκές συνελεύσεις σε τακτά χρονικά διαστήματα στο ίδιο σημείο και συνέστησε άμεσα ανακλητή και ανοιχτή σε όλους Επιτροπή για τον συντονισμό της πολιτικής δράσης ώστε να ματαιωθούν περαιτέρω αυταρχικές παρεμβάσεις στον χώρο. Ακολούθησαν δύο επιτυχημένες πορείες στα Πετράλωνα και στην περιοχή Κουκακίου-Μακρυγιάννη, καθώς κι επανειλημένες καταστροφές τής καγκελόφραξης, με αποκορύφωμα τη 12η Ιανουαρίου και τη 10η Μαρτίου (Καθαρά Δευτέρα) τού 2003 όταν, στην περιοχή τού Διονύσου, η περίφραξη που αρχικά έμπαινε στην περίμετρο μετατοπίστηκε για άγνωστους λόγους στο εσωτερικό τού λόφου μέσα στο δάσος, κάτι για το οποίο κανείς δεν ανέλαβε ποτέ την ευθύνη.

Ποιος θέλει όμως τα κάγκελα στον Φιλοπάππου; Το πρόβλημα έχει ξεκινήσει πριν από χρόνια, όταν η Αρχαιολογική Υπηρεσία σε έκθεσή της διαπίστωνε φθορές στα αρχαιολογικά μνημεία που φιλοξενούνται στον λόφο . ζητήθηκαν λύσεις από εμπειρογνώμονες, και μαθαίνουμε πως υπήρξε πρόταση --μεταξύ άλλων, τουλάχιστον-- να σημανθούν τα συγκεκριμένα μνημεία με πυκνή θαμνοφύτευση ολόγυρά τους. Μια τέτοια πρόταση, εκτός των άλλων σημείων, δείχνει να κατανοεί και να σέβεται ένα γεγονός θεμελιώδους σημασίας: ότι ο λόφος Φιλοπάππου δεν είναι αποκλειστικά, ούτε καν κυρίως, αρχαιολογικό μνημείο αλλά προπαντός ένα φυσικός πνεύμονας που για τους κατοίκους τής περιοχής αντιπροσωπεύει μια ελάχιστη ζώνη άγριου και ακαλλιέργητου περιβάλλοντος στο οποίο έχουν κάθε δικαίωμα και θα έπρεπε να μπορούν να ζουν, όμως μια τερατώδης οικιστική ανάπτυξη τούς το έχει απαλλοτριώσει . Για να το πούμε όσο πιο απερίφραστα γίνεται, είναι το υποκατάστατο τού κήπου, τού χωραφιού, τής αλάνας που παίζουν τα παιδιά τους - το είδος τού περιβάλλοντος που όχι μόνο δικαιούμαστε, αλλά και χωρίς το οποίο η καθήλωσή μας στην πόλη ισοδυναμεί με οικιστική ομηρεία .

Τη συγκεκριμένη στιγμή το πρόβλημα έθεσε εκ νέου και με ανανωμένα επιχειρήματα η Ανώνυμη Εταιρεία Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων Αθήνας ( ΕΑΧΑ Α.Ε. ), ιδιωτική εταιρεία με μέτοχο το Δημόσιο, μέσω εργολήπτριας εταιρείας, η οποία ανέλαβε τρία έργα στον λόφο προϋπολογισμού 3.404.255 ευρώ: 1) περίφραξη τής έκτασης . 2) κατασκευή υπαίθριας έκθεσης γλυπτικής με βαρειές τσιμεντένιες-μεταλλικές εγκαταστάσεις στο ένα λατομείο . 3) τοποθέτησης δικτύων πυρόσβεσης και ηλεκτρικού ρεύματος υψηλής τάσης. Το Υπουργείο Πολιτισμού απο τη μεριά του με αντίστοιχο προϋπολογισμό 1) ανοίγει και επιστρώνει δρόμους και διαβάσεις πάνω στον λόφο . 2) κατασκευάζει κατάστημα πώλησης Ολυμπιακών και Τουριστικών ειδών, με την προοπτική να πλαισιωθεί από καφετέριες και κέντρα αναψυχής . 3) κατεδάφισε το ημιτελές πέτρινο θέατρο Μπαστιά και ανασκάπτει τον χώρο και την αρχαία οδό Κοίλη . 4)προγραμματίζει την κατασκευή γιγαντιαίου θεάτρου, τύπου Λυκαβηττού, στο δεύτερο λατομείο. Και όλο αυτό μάλιστα παρακάμπτοντας την ήδη νομοθετικά κατοχυρωμένη απαίτηση περιβαλλοντικής μελέτης για τέτοιας κλίμακας παρεμβάσεις, είτε με το προσποιητά ηλίθιο σκεπτικό ότι δεν πρόκειται για δασικό χώρο είτε με το αφοπλιστικά κυνικό επιχείρημα ότι τέτοιες μελέτες κοστίζουν.... Η καγκελόφραξη δεν είναι λοιπόν παρά το προανάκρουσμα ενός σχεδίου άγριας εμπορευματοποίησης τού χώρου (προς όφελος τόσο ιδιωτικών εταιρειών όσο και τού δημοσίου) και αξίζει εκ προοιμίου να δει κανείς τη ρητορική τής νομιμοποίησής του.

Το μείζον επιχείρημα είναι υποτίθεται η κάλυψη του αιτήματος τής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας για προστασία των μνημείων . επειδή όμως γίνεται αντιληπτό ότι ο λόφος τού Φιλοπάππου δεν είναι απ' άκρη σ' άκρη ένα αρχαιολογικό μνημείο, επισυνάπτεται το δικαιολογητικό τής προστασίας τού ίδιου τού λόφου, και κατ' επέκταση των κατοίκων, από την «εγκληματικότητα» που μπορεί να στεγάσει --ναρκομανείς, σεξουαλική παραβατικότητα, κοκ.-- και βεβαίως από τα σκουπίδια και την εγκατάλειψη. Εκείνο που δεν ειπώθηκε ρητά είναι αυτό που ο καθένας φαντάζεται, το οποίο έχει από καιρό καθιερωθεί ως πρακτική στους υπόλοιπους αρχαιολογικούς λόφους και στα πάρκα τής περιοχής: από τη στιγμή που η καγκελόφραξη με ελεγχόμενες εισόδους και φύλακες έχει ολοκληρωθεί, όχι μόνο η πρόσβαση θα είναι αδυνατη τουλάχιστον σε ορισμένες ώρες τής ημέρας, αλλά και για τις υπόλοιπες ώρες θα επιβληθεί αναπόφευκτα εισιτήριο. Με τον τρόπο αυτό το κράτος σκοπεύει να απομυζήσει τα μέγιστα δυνατά κέρδη από την ολυμπιακή εμποροπανήγυρη, και προκειμένου να το κάνει δεν διαστάζει να υποκλέψει ωμά από τους κατοίκους το ελάχιστο υπόλειμμα φυσικού περιβάλλοντος που τούς έχει απομείνει και στο οποίο, όπως είπα, έχουν απαραβίαστο δικαίωμα να ζουν - με τον ίδιο τρόπο που τούς έχει υποκλέψει εδώ και καιρό τις παραλίες και τις νησιωτικές περιοχές, υπακούοντας όχι μόνο στη λογική τού συμφέροντος μιας ιθαγενούς τουριστικής βιομηχανίας τής οποίας έχει ούτως ή άλλως την υψηλή επιστασία, αλλά και στις άμεσες κεφαλαιοκρατικές ντιρεκτίβες της ΕΟΚ η οποία στον κάθετο καταμερισμό τής εργασίας που επιβάλλει έχει ορίσει την Ελλάδα ως μείζονα ευρωπαϊκή τουριστική ζώνη.

Είναι αλήθεια ότι υπήρξε μια μικρή ομάδα κατοίκων οι οποίοι, εμπιστευόμενοι αφελώς τις αιτιάσεις τής ΕΑΧΑ , πιστεύουν πως η καγκελόφραξη --υπό τον όρο βεβαίως ότι δεν θα επιβληθεί εισιτήριο-- θα ήταν μια λογική προστασία από τις παραπάνω, πραγματικές ή φανταστικές απειλές. Το πρώτο και βέβαιο είναι ότι κανένας αρμόδιος δεν θέλει, ούτε πιθανότατα μπορεί, αυτή τη στιγμή να εγγυηθεί ότι δεν πρόκειται να επιβληθεί εισιτήριο, και από τη στιγμή που ο λόφος θα βρίσκεται ούτε ή άλλως στην αποκλειστική κυριότητα και διαχείριση ιδιωτών ή τού κράτους, ποιος άραγε θα μπορέσει να σταματήσει τον οποιονδήποτε υπουργό, οποιαδήποτε στιγμή αυτός κρίνει ότι συμφέρει, να επιβάλει ένα τέτοιο εισιτήριο; Κανένας βεβαίως. Αλλά και χωρίς εισιτήριο, το δικαίωμα να έχει πρόσβαση ο καθένας που το θέλει στον λόφο ανεμπόδιστα και οποιαδήποτε ώρα τής ημέρας ή τής νύχτας είναι ένα δικαίωμα που θα έπρεπε να είναι αδιαπραγμάτευτο όσο και το να βγαίνει χαράματα ή μεσάνυχτα, να περπατά ή να ρεμβάζει στον κήπο τού σπιτιού του - τον κήπο ακριβώς που τού έχει κλέψει η ασφυκτική βιομηχανοποίηση τού αστικού χώρου αφήνοντας ως τελευταίο απομεινάρι πίσω της λίγα πάρκα και λόφους.... Και όσο για το επιχείρημα τής «εγκληματικότητας», είναι ολοφάνερα διάτρητο: η εγκληματικότητα των πολυσύχναστων, φωταγωγημένων λεωφόρων είναι ένα τρομακτικό και διαρκώς διογκούμενο σήμερα πρόβλημα των μεγάλων μητροπόλεων (μη εξαιρουμένης τής Αθήνας), ενώ από την άλλη μεριά καμία περίφραξη δεν προφύλαξε ποτέ κανέναν χώρο από το να γίνει καταφύγιο απελπισμένων ναρκομανών --μόνο μια βραδυνή επίσκεψη στην Ομόνοια αρκεί για να γελοιοποιήσει ένα τέτοιο επιχείρημα-- ενώ, απεναντίας, η περίφραξη και η απομόνωση των χώρων τούς καθιστά ακριβώς ιδεώδη καταφύγια για όποιον θέλει να επιδοθεί σε κοινώς απαξιώσιμες πράξεις (και ανεξαρτήτως τού αν πρέπει αυτές να ποινικοποιούνται ή όχι).

Ορθώς λοιπόν οι κάτοικοι κινητοποιήθηκαν μαχητικά και αντιμετώπισαν τη δημόσια παρέμβαση ως βίαιη εισβολή στον κοινό ζωτικό τους χώρο - όπως ακριβώς και σε άλλες περιοχές της Αθήνας (Πεδίο τού Άρεως, Στρέφη, κ.α.) που πέφτουν σήμερα διαδοχικά θύματα τής ίδιας στρατηγικής. Στις αρχές Δεκεμβρίου ξεκίνησαν ήδη έναν δικαστικό αγώνα με ασφαλιστικά μέτρα εναντίον τής ΕΑΧΑ , ενώ τον Ιανουάριο οργανώθηκε από την «Ελληνική Εταιρεία για την Προστασία τού Περιβάλλοντος και τής Πολιτιστικής Κληρονομιάς» μια σημαντική δημόσια συζήτηση στην Πλάκα με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς - την ΕΑΧΑ , την Αρχαιολογική Υπηρεσία τού Υπουργείου Πολιτισμού, τον Δήμο και τη Συντονιστική Επιτροπή των κατοίκων. Αξίζει να σημειωθεί πως η «Ελληνική Εταιρεία για την Προστασία τού Περιβάλλοντος», παρότι δρα ανεξάρτητα, έχει ταυτόσημες απόψεις με το κίνημα των κατοίκων και υποστηρίζει την αίτησή τους για λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά τής ΕΑΧΑ

Το διακύβευμα είναι και από τις δύο πλευρές υψηλό - με όρους κέρδους για τα κρατικά προστατευόμενα ιδιωτικά συμφέροντα, με όρους ζωής για τους κατοίκους.... Και σε αυτή την κρίσιμη αναμέτρηση για πολλοστή φορά, όπως και σε τόσους άλλους τομείς --παιδεία, υγεία, κ.ά.-- το ίδιο το νόημα των πραγμάτων υποκύπτει στη βία τής εσκεμμένης ορολογικής συσκότισης ανάμεσα στο «δημόσιο» και το «κρατικό» (που είναι πάντα, σε τελευταία ανάλυση, ο αποφασιστικός διαχειριστής και εγγυητής τής οργανωμένης και ιδιοτελούς ισχύος). Είμαστε για πολλοστή φορά αντιμέτωποι με τις ανελέητες στρατηγικές ενός κράτους που, εξουσιοδοτούμενο από κτηνώδη μονοπώλια και ανενδοίαστους συνασπισμούς συμφερόντων, συμπεριφέρεται απέναντι στον συλλογικό δημόσιο χώρο, το κοινό αγαθό επί τού οποίου και μόνο μπορεί να συσταθεί ως τέτοια μια δημοκρατική κοινότητα, σαν στρατός κατοχής . Το αξίωμα που προσπαθεί εν προκειμένω να επιβάλλει είναι: ό,τι δεν είναι κατοχυρωμένο ως ιδιωτική ιδιοκτησία σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα του δημοσίου δικαίου, είναι αυτοδικαίως κρατική ιδιοκτησία που αποκλείει βάσει αρχής την ελεύθερη νομή εκ μέρους οποιουδήποτε άλλου, φυσικού ή νομικού προσώπου. Με άλλα λόγια, η ιδιότητα τού πολιτικού υποκειμένου που άλλοτε εκπροσωπούσε την έννομη εγγύηση κάποιων φυσικών δικαιωμάτων, σήμερα γίνεται το κελλί της φυλακής μας που μάς χωρίζει αμετάκλητα από το έδαφος όλων των φυσικών δικαιωμάτων μας - την ίδια τη φύση. Όποιος είναι διατεθειμένος να συνθηκολογήσει, αναλαμβάνει να υπογράψει ιδιοχείρως το πιστοποιητικό τού θανάτου του.