Τοπική δράση. Πραγματικότητες, δυσχέρειες και προσανατολισμοί

Στο 4ο Τεύχος της Ευτοπίας είχε παρουσιαστεί από το γράφοντα μια σύντομη καταγραφή απόψεων σχετικά με την σημασία της τοπικής δράσης στις συνθήκες μιας μεγαλούπολης όπως η Αθήνα. Είχε υποστηριχθεί ότι η αποσύνθεση του κοινοτικού ιστού και η αποδόμηση των κοινοτικών δεσμών καθιστά επιτακτική αναγκαιότητα την ανασύνθεσή τους στο περιφερειακό επίπεδο των προαστίων ή των συνοικιών της Αθήνας. Η ανασύνθεση αυτή βασίζεται στην κοινωνική διάσταση της εκ των πραγμάτων παρουσίας του ατόμου σε δεδομένα ''εδαφικά'' πεδία (π.χ. η διαβίωση σε μια γειτονιά) και όχι σε μια ιδεολογική - πολιτική ένταξη. Φυσικά τούτο Δε σημαίνει ότι οι φορείς της τοπικής δράσης αποχρωματίζονται πολιτικά. Αντίθετα η λειτουργία και η δράση τους ακολουθούν συγκεκριμένα πολιτικά πλαίσια τόσο αρνητικού χαρακτήρα (απουσία ιεραρχικών δομών) όσο και θετικού (αυτοδιεύθυνση των δραστηριοτήτων σε συνθήκες συλλογικότητας τόσο ως προς την λήψη όσο και ως προς την εφαρμογή των αποφάσεων).
Ανάλογο είναι και το περιεχόμενο των δράσεων που χαρακτηρίζονται από έναν σαφή αντικαθεστωτικό - αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό με τις αντίστοιχες διαφοροποιήσεις στις επιμέρους περιπτώσεις. Εδώ χρειάζεται να σταθούμε λίγο. Είναι σαφές πως το κείμενο αυτό δεν ενδιαφέρεται για εκείνες τις απόπειρες που προωθούν έναν αμερικάνικου τύπου κοινοτισμό, ο οποίος ουσιαστικά αφήνει ανέγγιχτο από το κράτος παρέχοντας μια ψευδαίσθηση άμεσης δημοκρατίας! Ούτε πάλι εντάσσουμε στα πλαίσιά μας τα ''εναλλακτικά'' σχέδια που αυτό-εγκλωβίζονται σ΄ έναν αυτοκτονικό τοπικισμό! Πολύ συχνά προβάλλεται το ζήτημα της επιλογής μεταξύ της ενασχόλησης με το ''τοπικό'' και της προσέγγισης του ''κεντρικού'' πρόκειται για ένα ψευτοδίλημμα που καλύπτει πολλές φορές την αδυναμία ή την απροθυμία άρθρωσης ενός ξεκάθαρου πολιτικού λόγου σε αντίθεση με τη διαμόρφωση μια ς πολιτικής ιδεολογίας που αναφέρθηκε ήδη, δεν είναι το ζητούμενο που θα προχωρά την ανάλυσή του ως τις έσχατες απολήξεις του. Ταυτόχρονα, αγνοείται με αυτόν τον τρόπο η καθολικότητα της καπιταλιστικής προσταγής που απλώνει τα πλοκάμια της σε ποικιλόμορφα πεδία ενοποιώντας τα υπό το βάρος της σιδερένια της μπότας. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: η κριτική και η εναντίωση στην άλωση του δρόμου από το εμπόρευμα, στην υποβάθμιση και την αγοραιοποίηση της καθημερινότητας στα προάστια, στην μεταστροφή των ελεύθερων χώρων σε λωρίδες αυτοκινητοδρόμων και στην προώθηση της χρήσης του Ι.Χ. με ό,τι αυτή συνεπάγεται για την ποιότητα ζωής αποτελούν κατευθύνσεις δράσης όχι μόνο αναγκαίες αλλά και επιθυμητές. Πόσο ''τοπικές'' όμως είναι οι συγκεκριμένες εξελίξεις στις οποίες επιλέγουμε να αντιπαρατεθούμε; μήπως δεν είναι τα κομμάτια ενός παζλ που συναρμολογείται ταυτόχρονα σε ποικίλες γωνιές του καπιταλιστικού Imperium εξαιτίας ακριβώς της ύπαρξης και της ανέλιξής του; μήπως δεν είναι εξ΄ ίσου αναγκαίο να αναδειχθεί αυτός ακριβώς ο καθολικός τους χαρακτήρας προκειμένου να διαυγαστούν οι συνθήκες (ανα)παραγωγής τους ή ανατροπής τους; Ή, από την άλλη πλευρά, πόσο ''κεντρικό'' είναι το ζήτημα της αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων, της υποτίμησης της εργατικής δύναμης, της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, της ποιότητας των τροφίμων, της μεταναστευτικής πολιτικής, του πολέμου και του στρατού και τόσα άλλα; μήπως δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων της γειτονιάς μας;
Ας μη γελιόμαστε λοιπόν. Η προϋπόθεση της τοπικής δράσης δεν είναι η περιχαράκωση των προτεραιοτήτων της σε μείζονα ή ελάσσονα ζητήματα της ''τοπικής κοινωνίας''. Αντίθετα, η ουσία της συνίσταται στην αποκέντρωση της αντικαθεστωτικής - αντικαπιταλιστικής δράσης και στη διάχυσή της στα μικρο - επίπεδα της περιφέρειας. Άλλωστε δε θα μπορούσαν τα πράγματα να ήταν διαφορετικά τη στιγμή που οι φορείς τους είναι πυρήνες ανθρώπων με πολιτική αντίληψη και όχι απλές ευαισθησίες και ανησυχίες. Μιλάμε για συλλογικότητες οι οποίες, όπως αναφέρθηκε πιο πριν, λειτουργούν με συγκεκριμένο τρόπο (απουσία ιεραρχίας, αυτοδιεύθυνση), άρα εκφέρουν και ανάλογο πολιτικό λόγο (αντιιεραρχικό και αντικαπιταλιστικό). Τέτοιου είδους όμως συλλογικότητες δεν έχουν κανένα λόγο με αφετηρία το συγκεκριμένο πολιτικό χαρακτήρα που έχουν να επιδιώκουν την με κάθε θυσία διαμόρφωση ενιαίας πολιτικής θέσης επί παντός επιστητού ή ακόμη χειρότερα τη συγκρότηση και ανάδειξη της συνολικής και ακριβώς καθορισμένης πολιτικής άποψης που θα κρυσταλλώνεται σ΄ ένα κλειστό ιδεολογικό πλέγμα επιλογών και αποκλεισμού. Η ιδεολογική καθαρότητα δεν ισχυροποιεί αλλά αποδυναμώνει γιατί αποβάλλει από τους κόλπους της τη διαφορά και οι τοπικές συλλογικότητες έχουν ανάγκη τη διαφορά για να διατηρήσουν τη ζωτικότητά τους.
Ουσιαστικά μιλάμε για δικτυώσεις ανθρώπων οι οποίες αγωνίζονται να συμπήξουν μικρογραφίες κοινωνικών ιστών. Το βασικό τους πλεονέκτημα είναι ότι εξαιτίας της απουσίας ιδεολογικής καθαρότητας μπορούν να λειτουργήσουν ως πεδία όπου ο καθένας μαθαίνει να λειτουργεί πολιτικά χωρίς εκ των προτέρων δεσμεύσεις. Η γειτνίαση, η συχνή επαφή και το ολιγάριθμο τέτοιων συλλογικοτήτων επιτρέπουν την πλήρη έκφραση της ατομικής διάθεσης και ενθαρρύνουν την ενεργοποίηση του ατόμου, σε αντίθεση με τη βουβαμάρα και την παθητικοποίηση που συχνά συνοδεύουν τις περίφημες κεντρικές συναντήσεις.
Φυσικά υπάρχουν και δυσχέρειες, οι οποίες συχνά παρουσιάζονται ως ανυπέρβλητες.
Η μεγαλύτερη έχει να κάνει (όσο κι αν αυτό ακούγεται παράξενο) με την απουσία ανοχής! Στις μικρές αυτές κοινότητες ο καθένας και η καθεμιά εκθέτει δημόσια τον εαυτό του/της και δεν είναι ποτέ ασφαλής από τη βάσανο της κριτικής. Οι σχέσεις αποκτούν ένταση και προκαλούνται τριβές καθώς πολλά είναι εκείνα που αμφισβητούνται από τις κινήσεις του καθενός. Είναι πολύ εύκολο και βολικό να κάνεις κριτική, είναι δύσκολο όμως να τη δέχεσαι και να συνυπάρχεις με αυτούς που την ασκούν. Δεν είναι πολλοί αυτοί που μπορούν να σηκώσουν αυτό το φορτίο, να συνειδητοποιήσουν δηλαδή ότι συστατικό της πολιτικής κουλτούρας που προωθούν τέτοιες συλλογικότητες είναι η ανοιχτή αντιπαράθεση απόψεων και θέσεων και η ανοιχτή δράση (όχι οι υπόγειες κινήσεις) μπροστά στα μάτια όλων (και όχι πίσω από την πλάτη τους) και να προσαρμόσουν τις δράσεις τους στα πλαίσια αυτά.
Άλλη μια δυσχέρεια έχει να κάνει με τον βαθμό συμμετοχής και οικειοποίησης της συλλογικότητας. Όσο και αν ακούγεται κι αυτό παράξενο, η ισοτιμία των μελών της δεν είναι κάτι δεδομένο ως προς την ουσία, όχι τον τύπο, των πραγμάτων. Υπάρχουν διαφορετικές ταχύτητες, κάποιοι ''πολυπράγμονες'' που συνεχώς επιζητούν τη δραστηριοποίηση και κάποιοι ''απράγμονες'' που παραμένουν άπρακτοι ασκώντας βέβαια παράλληλα την ισοπεδωτική λογική τους! Τέτοιες συνθήκες βέβαια είναι αναμενόμενες τη στιγμή που ο τρόπου λειτουργίας των τοπικών συλλογικοτήτων παραπέμπει σ΄ ένα σύμπαν για πολλούς! Πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να αποβάλλει τα χαρακτηριστικά της παθητικοποίησης και της ανευθυνότητας που καλλιεργούνται συστηματικά από την καπιταλιστική προσταγή; πόσο εύκολο είναι να πεις ότι δεν περιμένω από άλλους να δημιουργήσουν κάτι που να με ενδιαφέρει αλλά κινούμαι εγώ σε αυτή την κατεύθυνση; και οι τοπικές συλλογικότητες δίνουν στον καθένα τη δυνατότητα να το κάνει.
Όλο και συχνότερα αυτές παίρνουν την μορφή στεκιών, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η τοπική δράση από πυρήνες που συγκροτούν συλλογικότητες και όχι πολιτικές ομάδες δεν είναι δυνατή! Ωστόσο είναι φανερό ότι το στέκι παρέχει πλεονεκτήματα όχι μόνο πρακτικής φύσης (χώρος για κουβέντες, ύπαρξη αρχείου υποδομής) αλλά και πολιτικής. Είναι το έδαφος όπου ο ελεύθερος χρόνος αποδεσμεύεται από την μεσολάβηση του εμπορεύματος και λειτουργεί ως αφετηρία για την κριτική της καπιταλιστικής προσταγής. Επιπλέον αποτελεί και το πεδίο εκκίνησης για την ανάπτυξη δημόσιας δράσης και όχι φυσικά μια εναλλακτική νησίδα ελευθερίας και αυτό - ικανοποίησης μέσα σ΄ έναν ωκεανό αλωμένο από το κεφάλαιο και τις αγοραίες σχέσεις. Άλλωστε η δυναμικότητα των στεκιών έγκειται στην ικανότητά τους να αναπτύσσουν εξωστρεφή δράση. Οποιαδήποτε νοσηρή εσωστρέφεια οδηγεί στη διάλυση. Τα στέκια σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούν αυτάρκεις δημόσιους χώρους αλλά τις αφετηρίες για τη δυναμική παρουσία σε αυτούς και τη διεκδίκισή τους.
Είναι σαφές πως όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν καινούριες διαπιστώσεις αλλά προσωπικές θέσεις πάνω σε ήδη διαμορφωμένες εμπειρίες και στιγμές της αντικαθεστωτικής δράσης. Η αναγκαιότητα της τοπικής δράσης είναι πλέον ευρύτερα αποδεκτή και ο συντονισμός των τοπικών εστιών αντίστασης αναζητείται συχνά. Γίνεται λόγος για δομές, όρους και προϋποθέσεις που θα αποτελέσουν το θέμα ενός άλλου κειμένου σε επόμενο τεύχος.

Νίκος Γιαννακόπουλος