[:el]Τεύχος 17[:en]Τεύχο[:]

//[:el]Τεύχος 17[:en]Τεύχο[:]

[:el]Τεύχος 17[:en]Τεύχο[:]

[:el]

Προλογικό σημείωμα

Πριν από µισό περίπου χρόνο, η ελληνική κοινωνία βίωσε µία εξέγερση που αποτέλεσε σηµείο αναφοράς για ολόκληρο τον κόσµο και ιδιαίτερα για όσους αντιστέκονται στη βαρβαρότητα του υπάρχοντος συστήµατος. Τα γεγονότα αυτά µπορεί να µην προκάλεσαν κάποια εµφανή αλλαγή, αναµφισβήτητα όµως διεύρυναν το ρεύµα των ανθρώπων που αυτοοργανώνονται και αυτενεργούν. Αναδείχτηκαν έτσι οι αδυναµίες του ελληνικού κρατικού µηχανισµού, που εξαναγκάστηκε να βάλει λουκέτο στις πρεσβείες και στα προξενεία του ανά την ευρωπαϊκή επικράτεια) φέρνοντας στο προσκήνιο µε εντυπωσιακό τρόπο το ζήτηµα της «ασφάλειας». Απροκάλυπτα πλέον, οι κυρίαρχοι εξοµοιώνουν την «ασφάλεια των πολιτών» µε την αύξηση της αστυνοµοκρατίας. Το «προηγούµενο» της εξέγερσης του Δεκέµβρη, σε συνδυασµό µε το διαφαινόµενο εύρος της οικονοµικής κρίσης αλλά και την ογκούµενη κοινωνική δυσαρέσκεια, µπορεί να αποτελέσει µεσοµακροπρόθεσµα µια παρακαταθήκη για την ανάπτυξη ακόµη πιο ανθεκτικών, κοινωνικά λειτουργικών και αποτελεσµατικών µορφών πάλης.
Τα γεγονότα του Δεκέµβρη, η εξέλιξη των νέων κοινοτήτων αγώνα που προέκυψαν µέσα από αυτά, καθώς βέβαια και η αδυναµία µας ως προς την αυστηρή τήρηση του τακτικού χαρακτήρα έκδοσης αυτής της κατ’ ευφηµισµόν περιοδικής έκδοσης οδήγησαν στην καθυστέρηση της κυκλοφορίας του 17ου τεύχους της Ευτοπίας. Είναι εύλογο πως η αναφορά στα γεγονότα αυτά δε θα µπορούσε να µην καταλαµβάνει ένα σηµαντικό τµήµα της ύλης αυτού του τεύχους.
Στο τεύχος αυτό δηµοσιεύουµε το πρώτο µέρος ενός κειµένου για τους παρισινούς τοµείς (sections), οι οποίοι παραπέµπουν «µε αδιαµφισβήτητο τρόπο στην ιδέα των λαϊ­κών συνελεύσεων σε επίπεδο γειτονιάς ή συνοικίας» και προκαλούν συνειρµούς µε το πιο αξιόλογο και δηµιουργικό στοιχείο του Δεκέµβρη, τις λαϊκές συνελεύσεις πολιτών και τις καταλήψεις κτιρίων κρατικοδηµαρχιακών συµφερόντων.
Στο τεύχος περιλαµβάνεται, εκτός από την εισήγηση της Τζάνετ Μπιλ στην εκδήλωση της Ευτοπίας τον περασµένο Νοέµβρη, µετάφραση κειµένου του Κόλιν Γουόρντ µε θέµα την αδιάρρηκτη σχέση της φεντεραλιστικής παράδοσης µε την ελευθεριακή-αναρχική θεωρία. Επίσης, τα καινοφανή δεδοµένα που προκύπτουν µε την άνοδο µιας σειράς «διαφορετικού τύπου» κυβερνήσεων στην πολύπαθη περιοχή της Λατινικής Αµερικής είναι ένα ζήτηµα που δεν µπορεί να µας αφήσει αδιάφορους (το κείµενο που δηµοσιεύεται αποτελεί µετάφραση από το ελευθεριακό περιοδικό Αlter της Ουρουγουά­ης).
H ύλη του τεύχους συµπληρώνεται από κείµενα µε διαφορετική θεµατολογία, η οποία εκτείνεται από σύγχρονα ελευθεριακά εγχειρήµατα (όπως η κατάληψη στο Φλαµούρι Θεσσαλονίκης) µέχρι και αξιόλογα κοινοτιστικά στοιχεία της κοινωνικής ιστορίας του ελλαδικού-αιγαιακού χώρου (όπως η αναφορά στη «Μηχανή του Κοινού»).
Η ύλη του τεύχους κλείνει µε µια νέα ενότητα που θα αφορά στις δραστηριότητες της λειτουργίας του Ευτοπικού Ινστιτούτου. Το εγχείρηµα αυτό αποτελεί την υλοποίηση πρότασης της Ευτοπίας και του Θεσσαλικού Συνδέσµου, αλλά πλαισιώνεται πλέον από έναν αρκετά µεγαλύτερο αριθµό ανθρώπων και ασφαλώς φιλοδοξεί να αποτελέσει σηµείο συνεύρεσης και σύµπραξης ακόµα περισσότερων.

η συντακτική οµάδα

Ο Δεκέµβρης και το µετά

Ζήσαµε µια εξέγερση. Μια εξέγερση µε κοινωνικο-ταξικά χαρακτηριστικά και µε έντονα συνυπάρχοντα στοιχεία, από τη γέννησή της ως και τη σταδιακή υποχώρησή της, πράγµατα που λίγο-πολύ χαρακτηρίζουν τους στόχους και τους τρόπους δράσης του αντιεξουσιαστικού-αναρχικού χώρου.
Ο δεκαπεντάχρονος µαθητής Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος πέφτει νεκρός µετά από τον πυροβολισµό του αστυνοµικού Επαµεινώνδα Κορκoνέα. Η φρίκη της δολοφονίας ενός δεκαπεντάχρονου από τη σφαίρα ενός κατασταλτικού οργάνου στους δρόµους των Εξαρχείων επιστρέφει 22 χρόνια µετά τον χαµό του Μιχάλη Καλτεζά. Τότε, η δολοφονία έγινε, σύµφωνα µε τον δολοφόνο Μελίστα, «εν βρασµώ», τώρα η δολοφονία έγινε κυριολεκτικά εν ψυχρώ. Τότε η δολοφονία έγινε στην οδό Στουρνάρη, έξω από το Πολυτεχνείο, «σύµβολο» των συγκρούσεων αναρχικών και νεολαίων µε τις δυνάµεις καταστολής, τώρα έγινε στον πεζόδροµο της οδού Μεσολλογγίου, «σύµβολο» του ανοιχτού χώρου µαζέµατος του αντίστοιχου σηµερινού κόσµου.
Ασφαλώς, δεν είναι οι θεσµικοί εκπρόσωποι του κρατικού µηχανισµού που έδωσαν τη διαταγή στους συγκεκριµένους δολοφόνους να πυροβολήσουν θανάσιµα. Αυτό που συνέβη είναι η ψύχωση, ο κοµπλεξισµός και µία συντηρητική έως και ακροδεξιά αντίληψη, το µίσος για τα «κωλόπαιδα» που κάνουν πορείες και απειλούν τα «πατροπαράδοτα», να οδηγήσουν αυτούς τους δύο µπάτσους να πυροβολήσουν εναντίον µίας οµάδας παιδιών επειδή τους έβρισαν και ίσως τους πέταξαν και ένα-δυο άδεια µπουκάλια ή τενεκεδάκια µπύρας για να «σπάσουν τον τσαµπουκά» στον πεζόδροµο. Τα πολυάριθµα και καθόλου «µεµονωµένα» περιστατικά άγριας βιαιότητας κατασταλτικών οργάνων εναντίον διαδηλωτών, νεολαίων, µεταναστών, αγωνιζόµενων κατοίκων, κλπ εκτρέφουν στους κόλπους της ελληνικής αστυνοµίας όλη αυτή τη σαπίλα, η οποία ενίοτε γίνεται και κυριολεκτικά δολοφονική.

Σάββατο 6 Δεκεµβρίου, ώρα 9 µ.µ., Εξάρχεια. Ο αστυνοµικός-ειδικός φρουρός Επ. Κορκονέας πυροβολεί και σκοτώνει τον µαθητή Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Γύρω από το δεκαπεντάχρονο νεκρό παιδί λιποθυµούν άλλα νεαρά παιδιά από την παρέα του. Υπάρχει µία σύγχυση για το τι έχει συµβεί και πόσοι έχουν πυροβοληθεί. Όλοι οι αυτόπτες µάρτυρες µιλούν για δύο αστυνοµικούς που κινήθηκαν προς τη συγκεκριµένη παρέα, την προκάλεσαν φραστικά και στη συνέχεια ο ένας εξ αυτών πυροβόλησε απευθείας προς εκείνην. Διµοιρία των ΜΑΤ και άλλα όργανα κρατικής καταστολής κλείνουν την οδό Μεσολογγίου και αρχίζουν να εκτοπίζουν τον παρευρισκόµενο κόσµο προς την πλατεία Εξαρχείων. Η στάση των αστυνοµικών, παρόλο το νεκρό ήδη δεκαπεντάχρονο παιδί, είναι απίστευτα προκλητική. Ξεκινούν οι πρώτες συµπλοκές στην πλατεία Εξαρχείων. Στο Πολυτεχνείο αρχίζουν να µαζεύονται αρκετοί αναρχικοί και αντιεξουσιαστές, οι οποίοι και καταλαµβάνουν το χώρο του ιδρύµατος. Στην πρώτη κουβέντα που γίνεται εκεί υπάρχουν συγκεχυµένες απόψεις και εκτιµήσεις που οι περισσότερες –είναι αλήθεια– δεν µπορούσαν να προβλέψουν όλην αυτήν την έκρηξη που ακολούθησε. Οι συγκρούσεις εξαγριωµένων νεολαίων και συντρόφων µε τις δυνάµεις καταστολής είχαν ήδη επεκταθεί σε όλο το µήκος της οδού Στουρνάρη, από το Πολυτεχνείο έως και την πλατεία Εξαρχείων. Την ίδια στιγµή, µία µεγάλη οµάδα (περίπου 150 αντιεξουσιαστών) συγκεντρώθηκε στην περιοχή του Μοναστηρακίου-Ψυρρή και προκάλεσε σοβαρότατες υλικές καταστροφές σε µεγάλα καταστήµατα και τράπεζες της οδού Ερµού και άλλων παραπλήσιων δρόµων, ενώ πραγµατοποιήθηκε και επίθεση στο αστυνοµικό τµήµα Ακροπόλεως που βρίσκεται στην ίδια περιοχή. Παράλληλα, σχηµατιζόταν ήδη µία πορεία στους κεντρικούς δρόµους της Αθήνας από µέλη κυρίως αριστερών οργανώσεων, η οποία µετά από σύγκρουση µε τις δυνάµεις καταστολής καταλήγει στο χώρο της Νοµικής, ο οποίος καταλαµβάνεται. Το κέντρο της Αθήνας είχε ήδη πια καταληφθεί από ανθρώπους οργισµένους µε τη δολοφονία του Αλέξη, οι οποίοι µε κάθε ευκαιρία συγκρούονταν µε τα ΜΑΤ. Το ίδιο βράδυ αναρχικοί που έρχονται από άλλες περιοχές της Αθήνας στο κέντρο, αποφασίζουν να καταλάβουν την ΑΣΟΕΕ.
Αντίστοιχες συγκρούσεις γνώρισαν την ίδια νύχτα και άλλες πόλεις, όπως η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, ο Βόλος και τα Χανιά. Ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη, λίγο πριν τα µεσάνυχτα συγκεντρώνονται στο Πολυτεχνείο άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στις διάφορες καταλήψεις και πολιτικές οµάδες της πόλης, φοιτητές και ανένταχτοι που ενηµερώθηκαν για το συµβάν και αντέδρασαν άµεσα. Εξαγριωµένοι νεολαίοι εισβάλλουν στα έργα του µετρό επί της οδού Εγνατίας και προµηθεύονται πέτρες, αξίνες, σφυριά και αρχίζουν τις καταστροφές. Ξεκινάει αυθόρµητη πορεία προς την Καµάρα που κατευθύνεται προς το Α.Τ. Λευκού Πύργου, το οποίο και δέχεται επίθεση.
Μέσα στις πρώτες ώρες µετά τη δολοφονία του Αλέξη, το ελληνικό κράτος βρισκόταν αντιµέτωπο µε µία αντιεξουσιαστική εξέγερση σε όσες µεγάλες πόλεις έχουν παρουσία πυρήνες αντιεξουσιαστικής δράσης, ενώ ασφαλώς στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη ήδη συµµετείχαν εξ αρχής στα γεγονότα χιλιάδες κόσµου νεολαίων αλλά και τµηµάτων της λεγόµενης άκρας αριστεράς.
Το πρωί της Κυριακής, το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουµ είχε καλέσει συγκέντρωση µπροστά από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, επί της οδού Πατησίων. Στην πορεία συµµετείχαν πάνω από δεκαπέντε χιλιάδες άνθρωποι (για την ακρίβεια αυτών των αριθµών δεν είµαστε καθόλου σίγουροι) και η κατεύθυνσή της ήταν µέσω της λεωφόρου Αλεξάνδρας προς τη ΓΑΔΑ. Με το ξεκίνηµα της πορείας, ξεκίνησαν οι επιθέσεις του κόσµου σε παρακείµενες τράπεζες, ενώ µε την πρώτη εµφάνιση των ΜΑΤ ξεκίνησε ένας άγριος και γενικευµένος πετροπόλεµος. Την ίδια στιγµή, αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, τράπεζες και σουπερµάρκετ επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας παραδόθηκαν στις φλόγες. Η πορεία κατάφερε να φτάσει µέχρι το ύψος του κτιρίου του Αρείου Πάγου, όπου και ανακόπηκε από ισχυρές δυνάµεις καταστολής. Οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν και σταδιακά µεταφέρθηκαν γύρω από τους δρόµους των κατειληµµένων πανεπιστηµιακών κτιρίων και των Εξαρχείων, όπου και κράτησαν µέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Τη µέρα αυτή, ουσιαστικά στους δρόµους βρέθηκαν κατά βάση όλοι εκείνοι που µε τον έναν ή τον άλλον τρόπο συνδέονται µε τον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό-αναρχικό χώρο καθώς και µε τον χώρο της αριστεράς, µε εξαίρεση το ΚΚΕ.
Στη Θεσσαλονίκη οργανώνεται νέα πορεία µε συµµετοχή περίπου 2000 ανθρώπων που καταλήγει και πάλι σε επιθέσεις στα Α.Τ. Λευκού Πύργου και Άνω Πόλης. Την ίδια µέρα αντιεξουσιαστές και φοιτητές καταλαµβάνουν τη Σχολή Θεάτρου στο κέντρο της πόλης (Εγνατία). Από εκείνη τη µέρα θα αποτελέσει ένα από τα κέντρα συνεύρεσης και οργάνωσης δράσεων για τον κόσµο της Θεσσαλονίκης. Γίνεται, επίσης, κατάληψη του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης από αριστερά φοιτητικά σχήµατα και ανεξάρτητους.
Ωστόσο η πραγµατική συνθήκη εξέγερσης ήρθε το πρωί της Δευτέρας από τους µαθητές. Εκείνο το πρωί, αυθόρµητα και εντελώς αυτοοργανωµένα, οι µαθητές σε πάρα πολλές πόλεις και κωµοπόλεις κυριολεκτικά σε όλη την Ελλάδα µαζεύτηκαν στα σχολεία τους και στη συνέχεια διαδήλωσαν προς τα αστυνοµικά τµήµατα ή τα κρατικά κτίρια της περιοχής τους. Ακόµα και παιδιά του δηµοτικού σχολείου φώναζαν το σύνθηµα «µπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι». Ο χαρακτήρας όλων αυτών των µαθητικών πορειών ήταν επιθετικός και δεκάδες αστυνοµικά τµήµατα δέχτηκαν επίθεση µε πέτρες και χρώµατα εκείνο το πρωί αλλά και τις επόµενες µέρες. Σε όλη την Ελλάδα, η µαθητική νεολαία έδωσε κι αυτή µία µεγαλειώδη απάντηση στη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξη. Εκτός από την Αθήνα, επιθετικά κινήθηκαν και µαθητές σε πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Κέρκυρα, η Ρόδος, τα Τρίκαλα, η Καρδίτσα, η Λαµία, το Ηράκλειο, τα Χανιά, η Βέροια, η Καστοριά, η Ξάνθη, κ.α.. Από το πρωί εκείνης της Δευτέρας και για αρκετές µέρες, σε πολλές περιπτώσεις και µέχρι τα Χριστούγεννα, εκατοντάδες σχολείων βρίσκονταν υπό κατάληψη.
Το απόγευµα, επήλθε η γενίκευση της βίαιης έκρηξης. Σε πάρα πολλές πόλεις έγιναν πρωτοφανούς µεγέθους συγκεντρώσεις και πορείες, οι οποίες οδήγησαν σε νέες επιθέσεις σε τράπεζες και σε συγκρούσεις µε τις δυνάµεις καταστολής. Η πορεία που έγινε στο κέντρο της Αθήνας ήταν επίσης κάτι το πρωτοφανές. Πάνω από είκοσι χιλιάδες κόσµου βρέθηκε στη συγκέντρωση που καλέστηκε στα Προπύλαια, στις 6 µ.µ. εκείνο το απόγευµα της 8ης Δεκέµβρη. Ο οργισµένος κόσµος, αποτελούµενος από ανθρώπους όλων των ηλικιών και ασφαλώς στην πλειονότητά τους από νέους ανθρώπους, είχε καταλάβει το κέντρο της Αθήνας. Οι αστυνοµικές δυνάµεις, έχοντας το πρωί δεχτεί πλήθος επιθέσεων σε τοπικά αστυνοµικά τµήµατα από µαθητές αλλά και λόγω του τεράστιου όγκου της διαδήλωσης, είχαν ταµπουρωθεί στα αστυνοµικά τµήµατα και ασφαλώς γύρω από τα κυβερνητικά κτίρια (κοινοβούλιο, µέγαρο Μαξίµου, κλπ). Ξεχωριστή συγκέντρωση έκανε στην Οµόνοια το ΚΚΕ.
Στην πορεία αυτή, επικρατούσε ολοκληρωτικά το ανεξέλεγκτο. Οι τράπεζες και τα κρατικά κτίρια παραδίδονταν στις φλόγες µε απίστευτη ταχύτητα, το ίδιο και οι βιτρίνες των καταστηµάτων στους κεντρικούς δρόµους της πόλης. Η ρίψη των πρώτων δακρυγόνων στην Οµόνοια από τις δυνάµεις καταστολής σήµανε και την απαρχή ενός νέου και ίσως του πιο έντονου κύκλου συγκρούσεων των Δεκεµβριανών. Η διάλυση της πορείας από την αστυνοµία ήταν µία πολύ δύσκολη υπόθεση τόσο λόγω του όγκου της όσο και λόγω της βιαιότητας του µεγαλύτερου τµήµατός της. Μία προσπάθεια της αστυνοµίας να το πετύχει στο ύψος της πλατείας Κλαυθµώνος δεν απέδωσε τα αναµενόµενα γι’ αυτήν. Η πορεία είχε ήδη φτάσει στην πλατεία Συντάγµατος, όπου τα µεγάλα ξενοδοχείου δέχονταν επίθεση, ενώ λίγα λεπτά αργότερα το µεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο του Δήµου Αθηναίων, από στολισµένο σύµβολο της χριστουγεννιάτικης εµπορικής φιέστας θα µετατρεπόταν –φλεγόµενο πια- σε διεθνώς γνωστό σύµβολο της ελλαδικής εξέγερσης.
Το µπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν επικεφαλής της πορείας, προσπαθώντας να αποκλιµακώσει την κατάσταση, πορεύτηκε προς την οδό Φιλελλήνων, αποµακρύνοντας έτσι το σώµα της πορείας από τη Βουλή. Στη συµβολή µάλιστα της Φιλελλήνων µε τη λεωφόρο Αµαλίας, δεν έστριψε αριστερά προς τη Βουλή και το Σύνταγµα, αλλά δεξιά προς τους στύλους του Ολυµπίου Διός, αποµακρυνόµενο πλέον το συντοµότερο από τον τόπο των συγκρούσεων. Η αστυνοµία το µόνο που µπορούσε να κάνει ήταν όχι να διαλύσει αλλά να κατακερµατίσει την πορεία σε µικρότερα κοµµάτια προκειµένου στη συνέχεια να τα διαλύσει. Το αποτέλεσµα ήταν µεγάλα κοµµάτια της πορείας να σκορπιστούν σε όλο το ευρύτερο κέντρο της Αθήνας, να εξαπλωθούν οι οδοµαχίες και να αυξηθούν οι καταστροφές τραπεζών, κρατικών κτιρίων και καταστηµάτων κυρίως αλυσίδων. Στα στενά γύρω από του Μακρυγιάννη και προς τη λεωφόρο Συγγρού στήθηκαν οδοφράγµατα. Η Αθήνα αλλά και όλη η Ελλάδα εκείνο το βράδυ έζησε τα νέα Δεκεµβριανά. Πιο συγκεκριµένα, στη Θεσσαλονίκη, από τις 8 του Δεκέµβρη, γίνονται διάφορες καταλήψεις σε σχολές του ΑΠΘ και του ΠαΜακ, καθώς και σε αµέτρητα σχολεία. Το ίδιο γίνεται και µε διάφορους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθµούς.
Την Τρίτη 9 Δεκεµβρίου, έγινε στο νεκροταφείο του Παλαιού Φαλήρου η κηδεία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Στην κηδεία, συγκεντρώθηκαν πάνω από χίλιοι πεντακόσιοι άνθρωποι, ως επί το πλείστον µαθητές. Οι δυνάµεις καταστολής ήρθαν σε ορατή απόσταση µε τους συγκεντρωθέντες και αυτό προκάλεσε την απαρχή νέων συγκρούσεων σε δρόµους της Νέας Σµύρνης και του Παλαιού Φαλήρου. Πριν από την κηδεία, αστυνοµικοί είχαν περάσει από όλα τα µαγαζιά των περιοχών της Νέας Σµύρνης και του Αγίου Δηµητρίου και είπανε στους καταστηµατάρχες να κλείσουν τα µαγαζιά τους γιατί από εκεί θα περάσουν οι διαδηλωτές µετά την κηδεία και κινδυνεύουν από εκείνους. Η αστυνοµία, σε συνδυασµό µε τα τηλεοπτικά µέσα, προσπάθησε εξαρχής µε διάφορους τρόπους να «ξυπνήσει» τα µικροαστικά και φοβικά αντανακλαστικά των µικροµεσαίων στρωµάτων, προκειµένου εκείνα να στραφούν κατά του εξεγερµένου τµήµατος της κοινωνίας. Στην περίπτωση µάλιστα της Πάτρας και της Λάρισας, «αγανακτισµένοι» καταστηµατάρχες µε τη σύµπραξη ακροδεξιών έκαναν πογκρόµ στους δρόµους των πόλεων χτυπώντας νεολαίους και ξένους. Σπουδαία κίνηση ήταν, το µεσηµέρι εκείνης της µέρας, η είσοδος µέσα στο κτίριο της ελληνικής τηλεόρασης µίας οµάδας ανθρώπων, οι οποίοι κατόρθωσαν να διακόψουν την κανονική ροή των µεσηµεριανών ειδήσεων που εκείνη την ώρα µετέδιδε οµιλία του πρωθυπουργού και κατάφεραν να αναρτήσουν µέσα στο στούντιο πανό σχετικά µε την εξέγερση και την αλληλεγγύη στους συλληφθέντες των ηµερών εκείνων. Αυτή η ενέργεια ανέδειξε συµβολικά –αλλά και πραγµατικά- ότι όταν ο κόσµος το επιθυµεί, τίποτε δεν µπορεί να µείνει απρόσβλητο.
Η Τετάρτη 10 Δεκεµβρίου ήταν µία ιδιαίτερα σηµαντική µέρα για την πορεία της εξέγερσης. Αρκετές µέρες πριν συµβεί το δολοφονικό συµβάν στα Εξάρχεια, η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ είχαν εξαγγείλει για τη συγκεκριµένη µέρα γενική απεργία και συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγµατος. Κάτω από τον φόβο της γενίκευσης νέων συγκρούσεων, ο ΣΥΡΙΖΑ διέσχισε µε χαρακτηριστικά γελοία ταχύτητα το διάστηµα µεταξύ του τόπου προσυγκέντρωσης (πλατεία Κλαυθµώνος) και συγκέντρωσης (πλατεία Συντάγµατος), ενώ, κατόπιν µίας πολύ σύντοµης οµιλίας του προέδρου της ΓΣΕΕ Παναγόπουλου, οι λιγοστοί καθεστωτικοί συνδικαλιστές και τα µπλοκ των αριστερών κοµµάτων και οργανώσεων αποχώρησαν. Μπροστά στην πλατεία Συντάγµατος έµειναν για πολύ ώρα εκατοντάδες µαθητών αντιµέτωπες µε ισχυρές αστυνοµικές δυνάµεις. Πίσω µάλιστα από τις πράσινες και µπλε στολές των κατασταλτικών οργάνων βρίσκονταν πλέον και οι µαύρες των ΕΚΑΜ. Ασφαλώς, και αυτή η συγκέντρωση διαλύθηκε µετά από ένταση µε τις δυνάµεις καταστολής. Σε ένα άλλο σηµείο της πόλης, στα Δικαστήρια της Σχολής Ευελπίδων, µία οµάδα περίπου 150 αντιεξουσιαστών επιτέθηκε στις αστυνοµικές δυνάµεις που βρίσκονταν εκεί. Εκείνη τη στιγµή, στο χώρο των δικαστηρίων βρισκόταν ο δολοφόνος του παιδιού Επ. Κορκονέας.
Τα έως τότε σηµεία αναφοράς της εξέγερσης είχανε ήδη αποκρυσταλλωθεί και ήταν οι τρεις κατειληµµένοι χώροι του Πολυτεχνείου, της ΑΣΟΕΕ και της Νοµικής. Στο Πολυτεχνείο βρίσκονταν ορισµένες οµάδες αναρχικών και αρκετοί άλλοι πολιτικοποιηµένοι ή µη, εκτός πολιτικών συλλογικοτήτων εξεγερµένοι, η κατάληψη της ΑΣΟΕΕ ήταν το σηµείο αναφοράς του µεγαλύτερου τµήµατος του σηµερινού αντιεξουσιαστικού-αναρχικού χώρου, ενώ στη Νοµική βρίσκονταν οι οργανώσεις της προ-ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και της νυν εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και µαζί τους η οργάνωση της Αντιεξουστικής Κίνησης. Στη Θεσσαλονίκη, βασικό σηµείο αναφοράς στάθηκε η κατάληψη της σχολής Θεάτρου. Ταυτόχρονα οι πορείες συνεχίζονταν σε τακτική βάση µε τη ίδια µαζικότητα αλλά αυτό που αρχίζει και αλλάζει είναι η στάση των ΜΜΕ και της αστυνοµίας, η οποία και αρχίζει να χρησιµοποιεί για συλλήψεις οµάδες ασφαλιτών.
Από την Τετάρτη το βράδυ, θα µπορούσε κάποιος να πει πως η συνέχιση της εξέγερσης άρχιζε να καθορίζεται εν µέρει περισσότερο από τις οργανωµένες πολιτικές δυνάµεις, αφού το στοιχείο της ανεξέλεγκτης και διάχυτης στους δρόµους σύγκρουσης άρχιζε να περιορίζεται αλλά ασφαλώς όχι να χάνεται. Όσοι επρόκειτο να συγκρουστούν, το έπραξαν. Από τη στιγµή που πέρα από τη µαθητική-φοιτητική νεολαία και ένα µεγάλο τµήµα νέων εργαζόµενων δεν έγινε εφικτό η εξέγερση να εισχωρήσει µέσα στους εργασιακούς χώρους ως κάτι παραπάνω από κύριο αντικείµενο συζήτησης µεταξύ των συναδέλφων, έπρεπε να βρεθεί ο τρόπος να ανοίξει ακόµα περισσότερο την κοινωνική της αναφορά, δίχως ασφαλώς να χαθεί το βασικό της χαρακτηριστικό γνώρισµα, η επιθετική στάση και δράση στους κυρίαρχους κρατικούς και καπιταλιστικούς θεσµούς και µηχανισµούς.
Αυτήν τη νέα διάσταση στη δράση των εξεγερµένων έδωσε η κατάληψη του δηµαρχείου Αγίου Δηµητρίου, το πρωί της Πέµπτης 11 Δεκεµβρίου από 40 περίπου συντρόφους από τις περιοχές της νότιας Αθήνας, στην οποία θα αναφερθούµε πιο κάτω αναλυτικότερα. Την ίδια µέρα, σηµειώθηκαν τουλάχιστον δέκα επιθέσεις σε αστυνοµικά τµήµατα µε πέτρες ως κατάληξη µαθητικών πορειών σε διάφορες περιοχές της Αθήνας. Το απόγευµα, στο κέντρο έγινε νέα συγκέντρωση και πορεία, ενώ οι καταλήψεις των τριών πανεπιστηµιακών χώρων συνέχιζαν να αποτελούν σηµεία αναφοράς και οι γύρω δρόµοι τους πεδία συµπλοκών µεταξύ εξεγερµένων και κατασταλτικών δυνάµεων. Το σύνθηµα που προωθείται από τις καταλήψεις της ΑΣΟΕΕ και του απελευθερωµένου δηµαρχείου Αγίου Δηµητρίου είναι «όλοι στους δρόµους!».
Η κατάληψη στο δηµαρχείο Αγίου Δηµητρίου άνοιξε ένα νέο κύκλο καταλήψεων, όχι σε πανεπιστηµικούς χώρους, αλλά σε δηµοτικά κτίρια σε διάφορες περιοχές της Αθήνας, όπως στο Χαλάνδρι, στη Νέα Σµύρνη, στο Περιστέρι, κ.α. Παράλληλα, ξεκίνησαν να γίνονται αρκετές πορείες και συνελεύσεις όχι µόνο στις παραπάνω αλλά και σε άλλες περιοχές της Αθήνας (Βύρωνας, Καισαριανή, Ζωγράφου, Ν. Φιλαδέλφεια, κλπ). Ο κύκλος αυτός άνοιξε και στη Θεσσαλονίκη. Στις 15 Δεκεµβρίου καταλαµβάνεται το Δηµαρχείο Συκεών και το ίδιο βράδυ καλείται λαϊκή συνέλευση µεσα στην αίθουσα που συνεδριάζει το Δηµοτικό Συµβούλιο µε τη συµµετοχή άνω των διακοσίων ανθρώπων, κατοίκων και µη του Δήµου. Στις 17 Δεκεµβρίου γίνεται η πρώτη συνέλευση κατοίκων Ανω Πόλης στη Δηµοτική Βιβλιοθήκη Άνω Πόλης (πρώην κατάληψη Βίλα Βαρβάρα), µε τη συµµετοχή περίπου 150 ατόµων. Και οι δύο συνελεύσεις συνεχίζουν τη δράση τους ως σήµερα µε αρκετά όµως µικρότερο αριθµό συµµετεχόντων.
Σε αυτό το σηµείο αρχίζει να διαφαίνεται µε παρέµβαση σε καλλιτεχνικές παραστάσεις αλλά και αλλού µία ακόµα συνιστώσα της εξέγερσης, εκείνη µίας οµάδας ανθρώπων από τον καλλιτεχνικό χώρο και µε αντιεξουσιαστικό χρώµα στα πανό που αναρτούν.
Οι καταλήψεις δηµοτικών κτιρίων και εκείνες των τριών πανεπιστηµιακών χώρων συνεχίστηκαν και τις επόµενες µέρες. Στη Θεσσαλονίκη στις 20 Δεκεµβρίου καταλαµβάνεται το Ολύµπιον (Πλατεία Αριστοτέλους, σε ένα από τα πιο κεντρικά σηµεία της πόλης) και γίνονται ανοιχτές προβολές πολιτικών ντοκιµαντέρ και ταινιών κατά τη διάρκεια της ηµέρας. Το βράδυ καλείται ανοιχτή συνέλευση, η οποία θα µπορούσαµε να πούµε ότι ήταν και από τις µεγαλύτερες που έγιναν µέσα στο Δεκέµβρη στη Θεσσαλονίκη. Σηµαντικό να αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια της ηµέρας µοιραζόταν το πρώτο για εκείνη τη χρονική στιγµή έντυπο αντιπληροφόρησης και µε µια προσπάθεια καταγραφής των γεγονότων όπως είχαν µέχρι τότε, ο ?????????????Κουκουλοφόρος.
Μία νέα διάσταση του αγώνα δόθηκε στην Αθήνα το πρωί της Τετάρτης 17 Δεκέµβρη µε την κατάληψη του κτιρίου της ΓΣΕΕ. Το προηγούµενο βράδυ είχε συσταθεί συνέλευση εργαζοµένων που συµµετείχαν στην εξέγερση, η οποία θέλοντας να διαλύσει το µύθο που πλασαριζόταν από τις κρατικές αρχές και τα ΜΜΕ περί του αποκλειστικά νεανικού-µαθητικού χαρακτήρα της εξέγερσης και αποχής των εργαζοµένων από αυτή και σε µια συνειδητή προσπάθεια τόσο έµπρακτης κριτικής της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, όσο και διεύρυνσης του αγώνα, αποφασίζει να ονοµαστεί Γενική Συνέλευση Εξεγερµένων Εργατών και να καταλάβει το κτίριο του ανώτατου συνδικαλιστικού οργάνου της χώρας. Την ίδια µέρα, συµπλοκές µε δυνάµεις καταστολής έγιναν µετά από πορεία στην Καισαριανή, ενώ πλήθος συγκεντρώσεων έγινε και σε πολλά άλλα σηµεία της Αθήνας.
Από την κατάληψη της ΓΣΕΕ, πέρασαν πολλοί εργαζόµενοι. Ανάµεσα σ’ αυτούς, πέρασε και η συνδικαλίστρια καθαρίστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα. Λίγες µέρες µετά, στις 23 Δεκέµβρη, η Κωνσταντίνα Κούνεβα δέχτηκε επίθεση µε βιτριόλι από µπράβους, την ώρα που επέστρεφε σπίτι της από τη δουλειά της. Έκτοτε, νοσηλεύεται στο νοσοκοµείο του Ευαγγελισµού έχοντας πάθει σοβαρές και ανεπανόρθωτες βλάβες στο πρόσωπο και σε εσωτερικά όργανα. Τέσσερις µέρες µετά την επίθεση, πραγµατοποιείται συγκέντρωση αλληλεγγύης έξω από το νοσοκοµείο και δηµιουργείται η Συνέλευση Αλληλεγγύης στην Κωνστ. Κούνεβα, η οποία και πραγµατοποιεί άµεσα κατάληψη στα κεντρικά γραφεία του ΗΣΑΠ στην Οµόνοια. Η κατάληψη της ΓΣΕΕ και η δολοφονική επίθεση κατά της Κ. Κούνεβα οδήγησαν, µέσα στις επόµενες µέρες, στην κατάληψη των εργατικών κέντρων της Θεσσαλονίκης, του Βόλου, των Ιωαννίνων, του Ηρακλείου και της Ξάνθης από οµάδες αλληλέγγυες τόσο στις δεκάδες των συλληφθέντων της εξέγερσης όσο και στην Κ. Κούνεβα.
Από εκείνες τις πρώτες µέρες της φετινής χρονιάς και µέχρι σήµερα, υπάρχει µία συνεχής δραστηριοποίηση αυτοοργανωµένων τοπικών κινήσεων οι οποίες διαµορφώνουν τον λόγο και τη µορφή δράσης τους µέσα από αµεσοδηµοκρατικές διαδικασίες και ανοιχτές, λαϊκές συνελεύεσεις, ενώ έχουν ανοίξει πολλά νέα και σηµαντικά µέτωπα αγώνα. Παράλληλα, κινήσεις όπως η Συνέλευση Αλληλεγγύης στην Κ.Κούνεβα έχουν συµβάλει ιδιαίτερα στην ανάδειξη µίας αυτοοργανωµένης ταξικής δράσης, αποτελώντας µάλιστα και µία σηµαντική παράµετρο ανάδειξης αυτής της δολοφονικής απόπειρας. Η κοινωνική και ταξική αλληλεγγύη, από τη µία πλευρά, και η προάσπιση δηµόσιων χώρων, από την άλλη, αποτελούν τις βασικές κατευθύνσεις δραστηριοποίησης όλων αυτών των νεοδιαµορφούµενων κοινοτήτων ταξικού-τοπικού αγώνα.

Η διεθνής αλληλεγγύη
Η εξέγερση του Δεκέµβρη προκάλεσε ένα κύµα διαµαρτυριών σε τέσσερις ηπείρους, δεκάδες χώρες και εκατοντάδες πόλεις που αξίζει να τις αναφέρουµε. Στην Γερµανία, σε Ντύσελντοφ, Βερολίνο, Βόννη, Αµβούργο, Κολωνία και Φρανκφούρτη. Στην Αγγλία, στο Λονδίνο, στο Μπρίστολ, στο Λιντς και το Μπέρµιγχαµ. Στην Ιταλία, στη Βενετία, στο Τορίνο, στο Μιλάνο, στην Πίζα, στην Περούτζια και στην Φλωρεντία. Στην Τουρκία, στην Σµύρνη και στην Κωνσταντινούπολη. Στην Γαλλία, στο Παρίσι, στην Τουλούζη, στη Λυών, στο Μπορντό, στη Γκρενόµπλ. Στην Σκωτία, στο Εδιµβούργο και στην Ιρλανδία στο Δουβλίνο. Στην Ισπανία σε Βαρκελώνη, Μαδρίτη, Γρανάδα, Τολέδο, Βιτόρια, Σεβίλλη και άλλες. Στην Ελβετία, στην Ζυρίχη και την Γενεύη. Στην Ολλανδία σε Άµστερνταµ και Χάγη. Στις Η.Π.Α. στην Νέα Υόρκη, στο Πίτσµπουργκ, στο Σαν Φραντσίσκο, στην Βοστόνη και σε άλλες. Επίσης στις εξής χώρες: Πολωνία, Βουλγαρία, Δηµοκρατία της Μακεδονίας, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κροατία, Ρουµανία, Σλοβενία, Κύπρο, Αίγυπτο, Ν. Κορέα, Πορτογαλία, Ρωσία, Φιλανδία, Σουηδία, Βέλγιο, Αυστραλία, Δανία, Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Καναδά, Λουξεµβούργο, Αρµενία, Ουκρανία, Λευκορωσία, Ρωσία, Νέα Ζηλανδία, Αυστρία και πιθανόν σε πολλές άλλες που µας διαφεύγουν. Φυσικά για το τέλος κρατήσαµε το Μεξικό. Εκτός από τις εκδηλώσεις συµπαράστασης, ο υποδιοικητής Μάρκος των Ζαπατίστας στο πλαίσιο του 1ου Παγκόσµιου Φεστιβάλ της Αξιοπρεπούς Οργής ξεκίνησε µε το εξής µήνυµα που το εκφώνησε στα ελληνικά:
«Συντρόφισσα, σύντροφε, εξεγερµένη Ελλάδα. Εµείς, οι πιο µικροί, απ’ αυτήν τη γωνιά του κόσµου σε χαιρετάµε. Δέξου το σεβασµό µας και το θαυµασµό µας γι’ αυτό που σκέφτεσαι και κάνεις. Από µακριά µαθαίνουµε από σένα. Ευχαριστούµε.»
Αυτό, είναι ένα µήνυµα, ανάµεσα σε τόσα άλλα, που απευθύνονταν στην εξεγερµένη Ελλάδα. Ήταν ένα µήνυµα συµπαράστασης και σεβασµού για τον αγώνα που λάµβανε χώρα στην Ελλάδα. Η διεθνής συµπαράσταση και αλληλεγγύη όµως δεν περιορίστηκε στα λεκτικά µηνύµατα. Είχε το χαρακτήρα πολύµορφης δράσης, ανάλογα µε τις ανάγκες και τις δυνατότητες των συντρόφων και των πολιτών της κάθε περιοχής. Αυτή η πρωτοφανής για τα δεδοµένα της εποχής εκδήλωση αλληλεγγύης, περιλάµβανε από ειρηνικές διαδηλώσεις και πικετοφορίες µέχρι βίαιες συγκρούσεις µε την αστυνοµία, καταλήψεις κτιρίων και ελληνικών πρεσβειών, ακόµα και βοµβιστικές επιθέσεις, συχνά µε συνέπεια µεγάλο αριθµό συλλήψεων. Οι εξεγερµένοι ανά τον κόσµο έδειξαν ότι µπορούν να υπολογίσουν τις δυνάµεις τους, να δείχνουν έµπρακτα την αλληλεγγύη τους και να οδηγούν τις καταστάσεις στα άκρα όταν το επιτρέπει η δυναµική τους, δείχνοντας τον δρόµο για το µέλλον.
Τα µέσα µαζικής ενηµέρωσης του εξωτερικού έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το διεθνές κύµα αλληλεγγύης. Απεναντίας, τα ελληνικά ΜΜΕ, τιµώντας τα λεφτά που παίρνουν από το ιδιωτικό και κρατικό κεφάλαιο, ελάχιστα προέβαλαν τη διεθνή συµπαράσταση, προκειµένου να µη δώσουν έκταση σε ένα παγκόσµιο πλέον φαινόµενο. Προσπαθούσαν µε κάθε τρόπο να υποβαθµίζουν τις ελάχιστες εκδηλώσεις συµπαράστασης που παρουσίαζαν, αµφισβητώντας τις δύο κύριες συνιστώσες του ενδιαφέροντος του διεθνούς τύπου: τη δυνατότητα διεθνούς αλληλεγγύης και κυρίως την αφορµή για µια παγκόσµια εξέγερση µε αφετηρία τη διαµαρτυρία απέναντι στην καταστολή, την περιστολή των εργασιακών δικαιωµάτων, τον καπιταλισµό και τον κρατισµό.
Οι δεκάδες χιλιάδες αλληλέγγυοι στους εξεγερµένους της Ελλάδας, εξεγέρθηκαν και για τα δικά τους προβλήµατα. Δεν ήταν προφανώς αφορµή η επερχόµενη οικονοµική κρίση αλλά αιτία της εξέγερσής τους υπήρξε το ίδιο το διεθνοποιηµένο οικονοµικοπολιτικό σύστηµα. Δεν ήταν µια νεολαιίστικη εξέγερση µε ηµεροµηνία λήξης και συγκεκριµένα τοπικά αιτήµατα. Ήταν ένα δείγµα µιας παγκόσµιας επαναστατικής δυναµικής. Απέναντι στην παγκοσµιοποιηµένη βία και τροµοκρατία του κεφαλαίου, οι εξεγερµένοι όλου του κόσµου έδειξαν ότι µπορούν να προτάξουν µία νέα ηθική, µε λόγια και µε πράξεις. Το µήνυµα αυτό φαίνεται να εισέπραξαν αρκετοί από τους κυρίαρχους του πλανήτη, όπως φάνηκε σε αρκετά δηµοσιεύµατα στον τύπο αλλά και από τα λόγια του Γάλλου υπουργού εξωτερικών, ο οποίος δήλωνε την ανησυχία του µπροστά στην εξέλιξη των συγκρούσεων στην Ελλάδα. Πίσω από αυτές τις δηλώσεις µπορούµε να ανιχνεύσουµε µια σπάνια και πρωτόφαντη εκδήλωση φόβου των αφεντικών του πλανήτη για τις δυνατότητες που υπάρχουν να µεταδοθεί η φλόγα της εξέγερσης, µε τη γενίκευση αυτής της κοινωνικής έκρηξης σε παγκόσµιο επίπεδο. Χαρακτηριστικότερο παράδειγµα αυτού του φόβου ήταν η απόσυρση από το γαλλικό υπουργείο παιδείας του σχεδίου για τη µεταρρύθµιση της δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης, µπροστά στην ανάδυση ενός κινήµατος των νεολαίων και µαθητών που επικροτούσαν την εξέγερση στις ελληνικές πόλεις. Όσοι µιλούσαν για το τέλος της ιστορίας, των ιδεολογιών και της ευτοπίας, θα πρέπει να το ξανασκεφτούν.

Το υποκείµενο της εξέγερσης του Δεκέµβρη
Ο εκτεινόµενος πλέον σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας αναρχικός-ελευθεριακός χώρος, οι οργανώσεις και κοµµατικές συνιστώσες της αριστεράς-άκρας αριστεράς, καθώς και ένα τµήµα της νεολαίας που συχνάζει στην περιοχή των Εξαρχείων στάθηκαν οι πρώτες κοινωνικές οµάδες που έκαναν τους δρόµους της Αθήνας να φλέγονται. Αντίστοιχα µερίσµατά τους ενήργησαν µε τον ίδιο τροόπο από την πρώτη στιγµή της είδησης του θανάτου του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και σε αρκετές άλλες πόλεις, όπως η Θεσσαλονίκη, ο Βόλος, τα Χανιά, το Ηράκλειο, η Πάτρα, η Μυτιλήνη, κλπ. Το µεγάλο παρόν όλου αυτού του κόσµου, συνεπικουρούµενου από µία ιδιαίτερα διευρυµένη εκδοχή του εκάστοτε περίγυρού του, δόθηκε το πρωί της Κυριακής 7 Δεκέµβρη.
Εκείνοι ασφαλώς που αρχικά µετέτρεψαν τα γεγονότα του Δεκέµβρη από εκτεταµένες συγκρούσεις στους δρόµους των µεγάλων πόλεων στο πρωίµιο µιας εξέγερσης ήταν οι µαθητές. Ο µαθητικός κόσµος, από το πρωί της Δευτέρας 8 Δεκέβρη και ουσιαστικά µέχρι και τις µέρες των Χριστουγέννων, βρέθηκε σε µία πρωτοφανή δραστηριοποίηση. Το πρωτοφανές στοιχείο δεν ήταν το εύρος των καταλήψεων σε σχολεία αλλά το απίστευτο συνταίριασµα αυθορµητισµού και αυτοοργάνωσης, το οποίο δεν οδήγησε µόνο στις καταλήψεις αλλά και σε πλήθος πορειών καθώς και επιθέσεων σε αστυνοµικά τµήµατα και τράπεζες. Στον τρόπο δράσης των µαθητών δεν υπήρξε κανένας οργανωµένος µηχανισµός που να τον ορίσει ή να τον καθοδηγήσει, πόσο δε µάλλον σε τέτοιες στιγµές, κανένας κοµµατικός µηχανισµός που να µπορεί να ελέγξει αυτό το αυθόρµητο ξέσπασµα. Το γεγονός πως οι µαθητές κινήθηκαν αυτοτελώς σε πλαίσια που επίσης ορίζουν µέρος ή το σύνολο των δρώντων στο αναρχικό-ελευθεριακό χώρο (αυτοοργανωµένες πορείες, επιθετική στάση σε αστυνοµικά τµήµατα, τράπεζες, κρατικά κτίρια και κόµµατα) ανησύχησε ιδιαίτερα τους κρατούντες και διέψευσε περίτρανα όλους εκείνους τους υποκριτές της δεξιάς, του κεντρώου χώρου και της σταλινικής αριστεράς, που µιλούσαν για ορισµένες µεµονωµένες οµάδες «κουκουλοφόρων». Οι µαθητές έκαναν αυτό που έπρεπε να κάνουν για τη δολοφονία ενός συνοµήλικού τους. Σ’ αυτό το σηµείο ας συµπληρωθεί ότι ένα πολύ µεγάλο µέρος της ελληνικής κοινωνίας βίωσε το γεγονός της εν ψυχρώ δολοφονίας του δεκαπεντάχρονου Αλ.Γρηγορόπουλου σαν κάτι που θα µπορούσε να συµβεί στον καθένα, πράγµα που δυστυχώς ισχύει και δεν ήταν µία γενικευµένη ψευδαίσθηση των ηµερών. Γι’ αυτόν τον λόγο, παιδιά και γονείς, δηλαδή άνθρωποι εργαζόµενοι, βγήκαν στους δρόµους, διαδήλωσαν, έδειξαν µε κάθε τρόπο, όπως ο καθένας αισθανόταν, αλληλεγγύη στην εξέγερση ή έστω τη συµφωνία του µε όλην αυτήν της έκρηξη διαµαρτυρίας και οργής.
Οι πορείες του απογεύµατος της Δευτέρας, όχι µόνο στην Αθήνα αλλά κυριολεκτικά σε όλη την Ελλάδα, µετεξέλιξαν εκείνο το πρωινό µαθητικό προοίµιο σε µία κατάσταση γενικευµένης και ανεξέλεγκτης οργής, που πλέον περιείχε βασικά στοιχεία µίας κοινωνικής εξέγερσης. Ασφαλώς στη µεγαλύτερη πλειοψηφία του αποτελούµενο από νεολαίους, αλλά και ένα πολύ µεγάλο τµήµα κόσµου σε ηλικίες από 30 έως 40 ετών (δίχως ωστόσο να λείπουν διόλου και οι µεγαλύτερες ακόµα ηλικίες), αυτό το πλήθος κόσµου κατέλαβε τα κέντρα των µεγάλων αλλά και µικρότερων πόλεων εκφράζοντας την οργή του για τη δολοφονία.
Πολύ περισσότερο όµως οι δρόµοι γέµισαν από ανθρώπους που σε µια πρωτόγνωρη και απίστευτη έκρηξη, εξέφρασαν και εκδήλωσαν τη διάθεση τους απέναντι σε όλα αυτά που τόσα χρόνια έχουν υποστεί στη δουλειά, στο σπίτι, στο σχολείο, στα µαγαζιά, παντού. Επρόκειτο για το τεράστιο αυτό αριθµό ανθρώπων που ονοµάστηκε χαρακτηριστικά από κάποιους, “ο κόσµος της εξέγερσης”. Στη διάρκεια των πορειών και των συγκρούσεων όλοι οι πολιτικοποιηµένοι που βρέθηκαν στο δρόµο είδαν να ενώνονται µαζί τους πλήθη από εξεγερµένους κάθε είδους. Είδαν νέους και µη, µαθητές και φοιτητές, µετανάστες και ντόπιους, άνεργους και εργαζόµενους, πολιτικά συνειδητοποιηµένους και περιθωριακούς παρίες του συστήµατος, να σχηµατίζουν πορείες χιλιάδων που ήθελαν κάτι πολύ παραπάνω από το να διαδηλώνουν µια βουβή οργή. Ήθελαν να επιτεθούν. Αυτή η ώσµωση στο δρόµο, που έφερνε τη ρήξη µε τις επιµέρους προσωπικές ταυτότητες, δηµιούργησε το ορµητικό αυτό ρεύµα που επιδιδόµενο σε επιθέσεις, καταστροφές και λεηλασίες, πραγµατοποιούσε µια έµπρακτη κριτική στην κυριαρχία και το κράτος, στο εµπόρευµα και στην οικονοµία, στο θέαµα και στη διαµεσολάβηση.
Απαραίτητη αναφορά πρέπει σε αυτό το σηµείο να γίνει και στο γεγονός πως σε αυτήν την έκρηξη του απογεύµατος της Δευτέρας, βρήκαν τη θέση τους και εκατοντάδες άλλοι από τους «κολασµένους» αυτής της γης, άνθρωποι που βρέθηκαν µετανάστες σε αυτόν εδώ τον τόπο. Το µεγαλύτερο κοµµάτι των µεταναστών αυτών ούτε συνδέεται µε έναν πολιτικό χώρο, οπότε δεν κουβαλάει στη στάση του µία ανάλογη σηµειολογία, ούτε ένιωσε την έκρηξη αυτή σαν κάτι που το προσδιόριζε. Απλά συµµετείχε σε αυτήν µε ό,τι αυτό συνεπάγεται. Είναι κοινή διαπίστωση πως για πρώτη φορά ντόπιοι και ξένοι βρέθηκαν µε τόσο µαζικό και βίαιο τρόπο µαζί στους δρόµους. Ασφαλώς αυτό δεν συνεπάγεται αυτοµάτως και ότι αίρονται όλοι οι διαχωρισµοί και διαφοροποιήσεις που υπάρχουν. Η κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη και σ’ αυτήν χωρούσαν πολλά. Και είναι τιµή γι’ αυτήν την εξέγερση που µέσα της περιέκλεισε ένα µεγάλο µέρος όλων αυτών των µεταναστών που βρίσκονται λιγότερο ή περισσότερο περιστασιακά σ’ αυτόν εδώ τον τόπο.
Θα ήταν λάθος να πιστεύουµε πως όλη αυτή η έκρηξη οργής, όλη αυτή η εξεγερσιακή ατµόσφαιρα που γέµισε τις πόλεις της Ελλάδας αλλά το πάθος της µεταδόθηκε και σε όλον τον πλανήτη, θα οδηγούσε σε µία αξιοσηµείωτη ανατροπή της κατάστασης. Τα όρια αυτής της εκρηκτικής οργής δε θα µπορούσαν να πάνε πολύ µακρύτερα από εκεί που πήγαν. Ακόµα δε πιο αστήριχτη είναι η εµµονή σύσ­σωµης της αριστεράς, από τις µέρες της εξέγερσης µέχρι και σήµερα, να προσπαθεί να συρρικνώσει όλη αυτήν την οργή σε ένα-δύο ανεδαφικά αιτήµατα. Η εξέγερση του Δεκέµβρη κατάφερε, ειδικά στην Αθήνα, να παραλύσει την «κανονικότητα» στη δηµόσια ζωή, επέφερε µεγάλο οικονοµικό πλήγµα σε πολλές µεγάλες εταιρείες, τράπεζες και κυβερνητικά κτίρια, ωστόσο δεν κατάφερε να διεισδύσει και να παραλύσει τους χώρους εργασίας, χτυπώντας έτσι καίρια την καπιταλιστική οικονοµική ζωή. Τα συµµετέχοντα στην εξέγερση εργατικά υποκείµενα άνοιξαν, ιδιαίτερα µέσα από την κατάληψη του κτιρίου της ΓΣΕΕ στην Αθήνα, έναν σηµαντικό δρόµο για την ανάδειξη ενός αυτόνοµου συνδικαλισµού της άµεσης δράσης, δίχως ωστόσο να γίνει εφικτό το ξεπέρασµα της κυριαρχίας των καθεστωτικών-κοµµατικών συνδικαλιστικών µηχανισµών αλλά βέβαια και της όποιας φοβίας ή αδιαφορίας µεγάλου τµήµατος των εργαζοµένων.

Η στάση των κοµµάτων της αριστεράς
Το ΚΚΕ αποτέλεσε τον µόνο αντιδραστικό κοµµατικό-πολιτικό µηχανισµό που κατάφερε να κινητοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εξέγερσης µη πετυχαίνοντας βέβαια εκείνη τη στιγµή όσα θα ήθελε να πετύχει. Από την πρώτη στιγµή το ΚΚΕ όχι µόνο πήρε αποστάσεις από τις επιθετικές ενέργειες και τις συγκεντρώσεις διαµαρτυρίας αλλά µάλιστα προσπάθησε και να τις ανακόψει βίαια. Η τακτική του υπήρξε η γνωστή αλλά σε ένα τόσο µεγάλο γεγονός σαν κι αυτό του Δεκέµβρη φάνηκε ακόµα περισσότερο η αντιδραστική, συνολικά αντιπροοδευτική και σταλινική και γραφειοκρατική του διάρθρωση και πολιτική. Πρόκειται για το τρίπτυχο των ξεχωριστών συγκεντρώσεων των δυνάµεων που ελέγχει, της καταδίκης των υπόλοιπων συγκεντρώσεων και, σε περίπτωση που αισθανθεί ότι εν δυνάµει απειλείται η εσωτερική του πειθαρχία, της επίθεσης σε πολιτικά κοµµάτια που βρίσκονται αριστερά του και κυρίως βέβαια στον χώρο των αναρχικών και την ευρύτερη αντιεξουσιάζουσα νεολαία.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο που το ΚΚΕ, σε όλα τα πάνελ των τηλεοπτικών καναλιών και στις δηλώσεις πολιτικών κοµµατικών παραγόντων της άκρας δεξιάς, έπαιρνε διαρκώς τα εύσηµα από τους εκπροσώπους του ΛΑΟΣ και της αστυνοµίας για την «υπεύθυνη στάση» που κράτησε απέναντι σε αυτά τα «ακραία γεγονότα». Για άλλη µια φορά, τα «παιδιά» και τα «εγγόνια» κάποιων γερµανοτσολιάδων και κοµµουνιστοσυµµοριτών µπόρεσαν οµόψυχα να συνεννοηθούν για να καταπολεµήσουν τον κοινό τους εσωτερικό εχθρό: κάθε φορέα νέου και ανατρεπτικού στοιχείου που θα διαταράξει το πνεύµα «εθνικής συµφιλίωσης» που αποτυπώθηκε αρχικά µε τη Συµφωνία της Βάρκιζας και «ξαναδικαιώθηκε» µε την αποδοχή της αστικής νοµιµότητας από την πλευρά του ΚΚΕ το 1974.
Τη Δευτέρα 8 Δεκεµβρίου, για τη δολοφονία ενός δεκαπεντάχρονου παιδιού από έναν µπάτσο, έκανε τις δικές του ξεχωριστές πορείες. Παράλληλα, στον «Ριζοσπάστη», λίγες µέρες αργότερα, η λογοτεχνική δεινότητα των συντελεστών του έβγαζε κάτι παράπανω από «λάδι», αν δε δικαίωνε κιόλας, τον Κορκονέα σε ένα διήγηµα-σταθµό στην ιστορία της πολιτικής και ηθικής αλητείας.
Το ΚΚΕ δεν στράφηκε µόνο εναντίον των «λιγοστών κουκουλοφόρων» που έσπερναν την «τυφλή» βία σε όλη την Ελλάδα, αλλά και εναντίον όλων εκείνων που συνευρίσκονταν µε τις χιλιάδες των εξεγερµένων στον δρόµο, ακόµα κι αν θα ήθελαν πολύ να αποτρέψουν όλο αυτό το κύµα κοινωνικής αντι-βίας. Ασφαλώς, τα περισσότερα πυρά ως γνωστόν σηµάδευαν τον δεύτερο πυλώνα της κοινοβουλευτικής αριστεράς, τον ΣΥΡΙΖΑ.
Για άλλη µια φορά, το ΚΚΕ δε δίστασε να χρησιµοποιήσει αυτήν την αλήτικη θεωρία του περί «σκοτεινών κύκλων που βρίσκονται πίσω από τους κουκουλοφόρους», µία χαρακτηριστική τακτική κάθε σταλινικού καθεστώτος, µορφώµατος ή όντος. Αυτή η θεωρία των «σκοτεινών δυνάµεων µέσα και έξω από την Ελλάδα» (θες οι αµερικάνοι, θες οι εβραίοι, ένας θεός ξέρει!) κουµπώνει άψογα µε την αντίστοιχη συνωµοσιολογία της ακροδεξιάς, διαµορφώνοντας έτσι ένα προφίλ εσωτερικού εχθρού που πρέπει άµεσα να χτυπηθεί βίαια. Ας παραθέσουµε εδώ και απόσπασµα από σχετική ανακοίνωση της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ:
«Η τυφλή βία των κουκουλοφόρων, της οποίας γινόµαστε µάρτυρες µέσω των τηλεοπτικών κυρίως καναλιών, γίνεται προσπάθεια να χρησιµοποιηθεί από το αστικό κράτος, την κυβέρνηση της ΝΔ, προκειµένου να ανακόψει το ογκούµενο κύµα δυσαρέσκειας και λαϊκής παρέµβασης που αναπτύσσεται. Η περιφρούρηση των αγώνων είναι υπόθεση του οργανωµένου λαϊκού κινήµατος και όχι της αστυνοµίας, των δυνάµεων καταστολής. Με τη συµβολή του ΚΚΕ και των ταξικών δυνάµεων οι αγώνες, το κίνηµα, µπορούν να αυτοπεριφρουρηθούν και να αντιµετωπίσουν τόσο το κράτος καταστολής όσο και τους κουκουλοφόρους, που αποτελούν σύµµαχο και δεξί χέρι όσων θέλουν ένα λαό παραιτηµένο, φοβισµένο. Ο πυρήνας τους έχει διαµορφωθεί στους κόλπους του κράτους, από θύλακες µέσα και έξω από την Ελλάδα και επί ΠΑΣΟΚ και επί ΝΔ, και όπως συµβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, σε κάποια φάση είναι δυνατόν να ξεφύγουν και από τον έλεγχο των αρχικών εµπνευστών τους.»(Ριζοσπάστης, 10/12/2008).
Το ΚΚΕ δεν άργησε να χτυπήσει την εξέγερση και µάλιστα αυτό το χτύπηµα έγινε πριν από το αντίστοιχο των ακροδεξιών… Μόλις κατάλαβε ότι η οργή της µαθητιώσας νεολαίας είναι γενικευµένη, αυτοοργανωµένη, ανεξέλεγκτη και βίαιη, ξεκίνησε να µπαίνει σε λειτουργία ο κατασταλτικός µηχανισµός του κόµµατος: µε απόφαση της …κεντρικής επιτροπής, µέλη της ΠΚΣ πήγαν σε σχολές (όπως π.χ. στο Πάντειο αλλά και αλλού), προκειµένου να µην καταληφθούν και άλλες σχολές (πέρα από τις ήδη κατειληµµένες του Πολυτεχνείου, της ΑΣΟΕΕ και της Νοµικής στην Αθήνα) από εξεγερµένους ή και συνελεύσεις φοιτητών. Αυτή η αντιδραστική-κατασταλτική ενέργεια του ΚΚΕ δεν επέφερε αποτελέσµατα και αντιµετωπίστηκε ως έπρεπε, ωστόσο ήταν µία έµπρακτη δήλωση νοµιµοφροσύνης απέναντι στην κρατική τάξη και την αστική νοµιµότητα.
Δύο µέρες µετά την πρώτη αυτή προσπάθεια ανακοπής της εξέγερσης από το πλέον συνεργάσιµο κοµµάτι της αριστεράς, το ΚΚΕ, το κράτος και οι δεξιοί πολιτικοί µηχανισµοί ξεκίνησαν να θέτουν σε δράση οµάδες «αγανακτισµένων» καταστηµαταρχών, οι οποίες έδρασαν συνεπικουρώντας µε την αστυνοµία και µέλη της άκρας δεξιάς, στην Πάτρα και τη Λάρισα, ξυλοφορτώνοντας νεαρούς, εξεγερµένους, αθίγγανους και µετανάστες.
Ασφαλώς, µετά από αυτήν τη εξέγερση που ούτε καταστάλθηκε, ούτε βέβαια ανέτρεψε κάτι χειροπιαστό (πολλά βέβαια µη-χειροπιαστά), αλλά απλά αποσύρθηκε από την καθηµερινότητα της ελληνικής κοινωνίας αφήνοντας αξιοσηµείωτους θύλακες αγώνα, η µικροαστική αντίδραση και οι κατασταλτικοί κρατικοί µηχανισµοί άρχισαν σταδιακά να συνέρχονται από αυτή την άγρια κατραπακιά και να οργανώνουν την αντεπίθεση. Κύριος ρόλος ασφαλώς και πάλι είναι αυτός των ΜΜΕ, προκειµένου το λεγόµενο πολιτικό σκηνικό να βρει και πάλι τις γνώριµες και ασφαλείς για το καθεστώς ισορροπίες του. Τίποτα απ’ όλα αυτά δε ζηµιώνουν το ΚΚΕ, απεναντίας ωστόσο και ο µικροαστισµός και η αντίδραση λειτουργούν «ευεργετικά» για τα εκλογικά του αποτελέσµατα. Αυτό δεν είναι απλή πολιτική άποψη, αλλά συνάγεται µέσα από την απλή κοινωνιολογική παρατήρηση το ότι σε πάρα πολλές παραδοσιακά αριστερές οικογένειες (δεξαµενές ψήφων για το ΚΚΕ) έχουν τα τελευταία χρόνια αυξηθεί τα µέλη τους που δουλεύουν σε όλα τα επιµέρους σώµατα της αστυνοµίας.
Σε αυτό το σηµείο, έρχονται τα δηµοσκοπικά συρρικνωµένα πλέον ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε να επαναλάβει την πετυχηµένη πολιτική που άσκησε στη διάρκεια των φοιτητικών κινητοποιήσεων του 2007. Όντας το µόνο κοινοβουλευτικό κόµµα που τις στήριξε ανοιχτά, κατάφερε µε αυτήν τη στήριξη µία άνοδο της επιρροής του στα νεότερα εκλογικά κοµµάτια. Με τα γεγονότα όµως του Δεκέµβρη, απειλήθηκε σοβαρά η ίδια η υπόσταση του αστικού κράτους, όχι τόσο γιατί κινδύνευσε να καταρρεύσει όσο γιατί καταδείχθηκε πως µπορεί να καταρρεύσει. Αυτός ο συνολικά αντι-εξουσιαστικός (µε την πιο γενική πολιτική έννοια και όχι ενός συγκεκριµένου ιδεολογικού πλαισίου) χαρακτήρας της εξέγερσης ήταν πολύ βαρύς για να µπορέσει να τον σηκώσει στις πολιτικές του δηλώσεις ένα ρεφορµιστικά σοσιαλδηµοκρατικό-αριστερό κόµµα, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ. Το αίτηµα του Αλαβάνου για ψήφο στα δεκαέξι βιάστηκε να µετατρέψει τους µαθητές που βρίσκονταν εξεγερµένοι στους δρόµους σε ψηφοφόρους στις κάλπες.
Θα ήταν άδικο να πει κανείς ότι όλη η στάση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αποτέλεσµα µίας εκλογικής επιδίωξης. Με την παρουσία τους, πολλά του µέλη συµµετείχαν σε πορείες, σε συγκεντρώσεις, σε συνελεύσεις, ασφαλώς επιθυµώντας ενδόµυχα όλη αυτή η κατάσταση να ήταν πιο ειρηνική και µε περισσότερα µέλη του ΣΥΡΙΖΑ στις πρωτοβουλίες που λαµβάνονταν. Άλλωστε, και ποιος δε θα το ‘θελε αυτό… Αυτή όµως η αµφινταλάντευση του ΣΥΡΙΖΑ µεταξύ της αστικής νοµιµότητας, του καθεστωτικού µηχανισµού και της αριστεράς των υψηλών κοινωνικών στρωµάτων από τη µία πλευρά, και της κοινωνικής αµφισβήτησης, των κατειληµµένων δηµοτικών κτιρίων και των χώρων συνδικαλιστικών ελίτ (π.χ.ΓΣΕΕ) είναι επικίνδυνη και για τον ίδιον αλλά και για το σύνολο του προοδευτικού πολιτικού φάσµατος. Υπάρχει διάχυτη η αγωνία του ακροβάτη πάνω στο τεντωµένο σχοινί και όλα τα αισθήµατα διακατέχουν τους θεατές: άλλοι παρακαλούν να µην πέσει και καρδιοχτυπούν, άλλοι παρακαλούν να πέσει και γελούν χαιρέκακα…
Το σίγουρο είναι πάντως –και αυτό φαίνεται σε όλες τις κινήσεις του ΣΥΡΙΖΑ και ιδίως σε εκείνες της δηµοτικής παράταξης του Τσίπρα «Ανοιχτή Πόλη» στην Αθήνα– πως ο ΣΥΡΙΖΑ, παρόλο που προσπαθεί να συνδέσει τις σηµερινές αυτοοργανωµένες κινήσεις των πολιτών µε τις δικές του δηµοτικές παρατάξεις και να τις προσδέσει στο άρµα του, δεν το έχει καταφέρει για τον απλούστατο λόγο ότι κατά γενικό κανόνα αυτές αποτελούν ξένο σώµα. Αν λοιπόν για τους συντηρητικούς νεοφιλελεύθερους µηχανισµούς ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί, όσο δε συναινεί σε συνεργασία µε το ΠΑΣΟΚ, µία κάποια παραφωνία του αστικού κοινοβουλευτισµού, άλλο τόσο για τους αυτοοργανωµένους κοινωνικούς αγώνες και τις πολιτικές ιδέες της αυτοδιεύθυνσης συνεχίζει να αποτελεί συνήθως περισσότερο τροχοπέδη παρά συνεισφορά.
Μέσα στον Απρίλη, συγκροτήθηκε και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, µία προσπάθεια των πρώην µετωπικών σχηµάτων ΜΕΡΑ και ΕΝΑΝΤΙΑ να συγκροτήσουν έναν τρίτο –µε την ελπίδα επίσης κοινοβουλευτικό– πυλώνα της σύγχρονης ελληνικής αριστεράς. Με στόχο να αποκτήσουν κι αυτές ένα αξιόλογο τµήµα του εκλογικού σώµατος τουλάχιστον για τις επικείµενες ευρωεκλογές, διάφορες κοµµατικές αποχρώσεις από σταλινίζουσες έως και τροτσκιστικές, προσπαθούν να ισορροπήσουν µεταξύ τους για ένα άνευ ουσίας εκλογικό ποσοστιαίο αποτύπωµα.
Το σίγουρο είναι πάντως πως όλοι οι σχηµατισµοί της αριστεράς είναι πλέον υποχρεωµένοι να αποδεχτούν την ύπαρξη ενός ευρύτερου αντιεξουσιαστικού χώρου στα αριστερά τους. Το γεγονός αυτό γίνεται ασφαλώς πιο ανώδυνο για εκείνους από τη στιγµή που υπάρχουν οργανωτικές δοµές (π.χ. Αντιεξουσιαστική Κίνηση), οι οποίες ναι µεν χρησιµοποιούν µία ελευθεριακή ορολογία αλλά πρακτικά προσοµοιάζουν όλο και περισσότερο µε τις δυνάµεις αυτές της αριστεράς (δεν είναι τυχαία η συµπόρευσή τους σε όλη τη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέµβρη στην κατάληψη της Νοµικής και ασφαλώς όχι µόνο εκεί).
Οι ελευθεριακοί – αναρχικοί σχηµατισµοί δράσης δε συναντώνται πλέον µόνο στην ουρά των πορειών, όπως και µέχρι πριν από δέκα χρόνια, αλλά αναπτύσσουν µια αξιοσηµείωτη αυτοτελή δυναµική: καλούν σε ανοιχτές – λα’ίκές συνελευσεις, πρωτοστατούν στην οργάνωση αυτόνοµων εργατικών οµάδων και πρωτοβάθµιων σωµατείων, πραγµατοποιούν συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις (µε ή χωρίς κάλεσµα) για ένα πολύ µεγάλο εύρος ζητηµάτων. Αυτός ο πολυδιάστατος και πολυδιάσπαρτος ελευθεριακός πειραµατισµός, µε τα θετικά αλλά και αρνητικά στοιχεία που φέρει, αποτελεί έναν πονοκέφαλο για κάθε πολιτικό οργανωτικό σχήµα, ρητά κοινοβουλευτικό ή υπόρρητα φιλοκοινοβουλευτικό, που επιθυµεί να διατείνεται ως ο βασικός οργανωµένος πολιτικός εκφραστής του.

Η συµβολή του αντιεξουσιαστικού-αναρχικού χώρου στην εξέγερση
Η «ενδογένεια» των αντιεξουσιαστικών-ελευθεριακών οπτικών και πρακτικών στην εξέγερση του Δεκέµβρη ήταν ένα χαρακτηριστικό διεθνώς εµφανές. Αυτό ασφαλώς δε δικαιώνει σε καµιά περίπτωση την «υποβάθµιση» των γεγονότων αυτών σε εκτεταµένες συγκρούσεις µεταξύ αναρχικών και αστυνοµίας, όπως βιάστηκαν να τις χαρακτηρίσουν –όχι µόνο ορισµένα ΜΜΕ αλλά και– αρκετές οµάδες στο εξωτερικό.
Από την αρχή των γεγονότων, στην ίδια την εξάπλωση της αντικρατικής-αντικαπιταλιστικής δράσης διαδραµάτισαν ιδιαίτερο ρόλο οι κάθε λογής υπάρχοντες αναρχικοί – αντιεξουσιαστικοί πυρήνες. Ας µην ξεχνάµε πως ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος υπήρξε ένα νεαρό παιδί που βρισκόταν συχνά-πυκνά µε την παρέα του σε σηµεία µε έντονη παρουσία της αντιεξουσιαστικής δράσης, όπως κατεξοχήν είναι και ο πεζόδροµος της Μεσολογγίου στα Εξάρχεια.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια όλων αυτών των γεγονότων, η κάθε συλλογικότητα έκανε αυτό που ήξερε και θεωρούσε πως έπρεπε να κάνει.
Στην Αθήνα, πολλές συλλογικότητες περιορίστηκαν στην πρακτική της κατάληψης πανεπιστηµιακών χώρων, προσπαθώντας µόνο σε λίγες περιπτώσεις να µεταφέρουν ή να ενισχύσουν τη φωνή και την παρουσία της εξέγερσης σε περιοχές από τις οποίες προέρχονταν οι ίδιες (αυτό ασφαλώς δε µειώνει σε καµία των περιπτώσεων τη συµβολή τους στη διαµόρφωση σηµαντικών σηµείων αναφοράς των ηµερών). Άλλες πάλι συλλογικότητες, αδυνατώντας να αφήσουν στην άκρη την απανταχού πολιτική «ακεραιότητα» των πράξεών τους, οδηγήθηκαν να βρίσκονται µακριά από τα κοµβικά γεγονότα αυτής της κλιµακούµενης κοινωνικής-ταξικής οργής. Ενώ κάποιες τάσεις δεν µπορούσαν παρά να συνεργαστούν και να γειτνιάσουν µε δυνάµεις της κοινοβουλευτικής αριστεράς, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να διαµορφώσουν από τον ίδιο κατειληµµένο πανεπιστηµιακό χώρο τη βασική πηγή ανάδειξης µίας περιοριστικής πολιτικής (των αιτηµάτων) µέσα στην ίδια την εξέγερση, ασφαλώς συµβάλλοντας κι αυτές ενεργά ωστόσο στα γεγονότα του κέντρου της Αθήνας. Ένα άλλο κοµµάτι πυρήνων συντρόφων, που χρόνια κινούνται και στο επίπεδο της τοπικής ελευθεριακής δράσης, προσπάθησε να ανοίξει το εύρος της εξέγερσης και να συναντηθεί µε τα βασικά της κοινωνικά υποκείµενα (µαθητιώσα νεολαία-νέοι εργαζόµενοι) σε ένα τοπικό και ισότιµο επίπεδο (Άγιος Δηµήτριος, Χαλάνδρι, Βύρωνας, Ζωγράφου, Περιστέρι, κλπ). Αυτές οι προσπάθειες είτε τελεσφόρησαν ως έναν βαθµό µόνο είτε ουσιαστικά απέτυχαν, εξαρτώµενες σε µεγάλο βαθµό, από την προϋπάρχουσα κοινωνική βάση που είχε καταφέρει να αποκτήσει ο εκάστοτε πυρήνας στην «ακτίνα δράσης» του.
Η πρακτική αυτή στήριξης και ενίσχυσης τοπικών πλέον κινήσεων αντίστασης διευρύνθηκε, όπως έχουµε πει και σε άλλα σηµεία του κειµένου, και κατά το επόµενο χρονικό διάστηµα, δείχνοντας έτσι πως η συνεχής παρουσία σε µία αστική χωροταξική περιοχή έρχεται, σε περίπτωση που προκύψει ένα ζήτηµα αντίστασης, να συµβάλει σηµαντικά (όπως π.χ. στην περίπτωση του πάρκου Κύπρου και Πατησίων).
Προς την κατεύθυνση της αυτόνοµης εργατικής δράσης, µέσα στα γεγονότα του Δεκέµβρη, κινήθηκαν και όσοι-ες τα τελευταία χρόνια προσπαθούν στους εργασιακούς χώρους να διαµορφώσουν γόνιµες συνθήκες για έναν αντιγραφειοκρατικό-αυτόνοµο συνδικαλισµό, µε βασικό εγχείρηµα δράσης τη σηµαντική κατάληψη του κεντρικού κτιρίου της ΓΣΕΕ.
Στην υπόλοιπη Ελλάδα, η συµβολή των αναρχικών-ελευθεριακών συντρόφων υπήρξε επίσης σηµαντική, ωστόσο δεν κατάφερε, ίσως µε ορισµένες εξαιρέσεις κυρίως στη Θεσσαλονίκη, να λάβει έναν ευρύτερο χαρακτήρα αυτοοργανωµένης κοινωνικής δράσης. Από την άλλη πλευρά ωστόσο, ο ίδιος ο χαρακτήρας των τοπικών κοινωνιών, σε συνδυασµό µε τη διαµόρφωση των γεγονότων πρωτίστως από τους µαθητές στις περισσότερες περιπτώσεις, προσέδωσε έναν ιδιαίτερο ανοιχτό κοινωνικό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό, οι όποιες πολιτικές δυνάµεις αναρχικής – ελευθεριακής κατεύθυνσης συνέβαλλαν µε την παρουσία τους στο δρόµο στη διάχυση της εξέγερσης.

Αδυναµίες και λάθη
Αυτή η εξέγερση µάς έδειξε πολλά. Ανάµεσα στα άλλα ανέδειξε πολλά προβλήµατα που αφορούν στην οργάνωση, στην προοπτική δράσης, στην επαφή µε τον πολύ κόσµο, κλπ. Σε αυτό το σηµείο πιστεύουµε πως θα ήταν πολύ µεγάλο λάθος να αποφύγουµε να αναγνωρίσουµε όλες αυτές τις αστοχίες ή ελλείψεις µας.
Ως Ευτοπία, από το πρώτο τεύχος δίνουµε µεγάλη βαρύτητα στο ζήτηµα της τοπικής αυτοοργάνωσης και των τοπικών λαϊκών συνελεύσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην εξέγερση του Δεκέµβρη έγινε µια σηµαντική προσπάθεια, ίσως για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε τέτοια κλίµακα, για την οργάνωση και τη λειτουργία τέτοιων µορφών οργάνωσης. Ωστόσο είναι χαρακτηριστικό ότι κατά βάση αυτά τα εγχειρήµατα απέτυχαν. Γιατί έγινε αυτό; Πιστεύουµε ότι το πρόβληµα εστιάζεται, πέρα από την έλλειψη µίας κοινωνικής παράδοσης, στην παιδεία του αντιεξουσιαστικού χώρου. Ήταν χαρακτηριστικό ότι σε κάποιες λαϊκές συνελεύσεις, στις οποίες οι αντιεξουσιαστές οργανωτές κατάφεραν να προσελκύσουν τους κατοίκους, απέτυχαν να πείσουν αυτόν τον κόσµο να µείνει κοντά τους. Πιστεύουµε ότι ο λόγος αυτής της αποτυχίας ήταν κατά κύριο λόγο δικός µας. Κι αυτό γιατί σε πολλές περιπτώσεις οι αντιεξουσιαστές δεν άκουγαν όλες αυτές τις διαφορετικές απόψεις, έχοντας ως αποκλειστικό στόχο να πείσουν και όχι να συζητήσουν και να συνδιαµορφώσουν µε ενδεχόµενο να πειστούν οι ίδιοι. Ως χαρακτηριστικό παράδειγµα θα αναφέρουµε το εξής: σε µια λαϊκή συνέλευση, κάτοικος διαφώνησε µε την πρόταση για πορεία συµπαράστασης προς τους συλληφθέντες του Δεκέµβρη µε την αιτιολογία ότι «για να τους συλλάβανε, κάτι θα έχουνε κάνει κι αυτοί». Η αντίδραση ήταν µία οµαδική φραστική επίθεση από τους αντιεξουσιαστές που υπερείχαν σε αριθµό και έτσι έγινε ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει λόγος να συζητούµε για τέτοιου τύπου αντιρρήσεις.
Πιστεύουµε ότι ο λόγος γι’ αυτήν την αποτυχία συνέχισης λειτουρ­γίας των λαϊκών συνελεύσεων έχει σχέση µε δύο παράγοντες: ο πρώτος είναι το γεγονός ότι πολλές φορές παρουσιάζουµε µια ιδεολογική αγκύλωση τόσο µεγάλη που δεν µπαίνουµε στον κόπο να συζητήσουµε µε ανθρώπους που έρχονται πρώτη φορά σε επαφή µαζί µας για πράγµατα που εµείς θεωρούµε αυτονόητα. Ο δεύτερος είναι η υπέρµετρη πίστη στην απανταχού χρηστότητα της αρχής της οµοφωνίας, που είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί σε τέτοιου είδους εγχειρήµατα.
Αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βγήκαν µε τον έναν ή µε τον άλλον τρόπο στους δρόµους ή στις πλατείες, τις µέρες εκείνες, είχαν ή έχουν χάσει οποιαδήποτε έννοια εµπιστοσύνης στο κράτος και τους κοµµατικούς µηχανισµούς, αυτό δε σηµαίνει πως είδαν κατά ανάγκη κάτι ελπιδοφόρο που να µπορεί άρδην να αλλάξει τα πράγµατα µέσα σε όλα αυτά τα γεγονότα. Η εξέγερση του Δεκέµβρη πρέπει να αποτελέσει ένα προοίµιο έντονης πρακτικής και θεωρητικής αναζήτησης πάνω στο ζήτηµα του πώς οργανωνόµαστε καλύτερα σαν αναρχικοί-ελευθεριακοί και πώς διαµορφώνουµε διαρκώς νέα και ουσιαστικότερα κοινωνικά µέτωπα αγώνα.

Νέες κατευθύνσεις αυτοοργάνωσης και δράσης
Μέσα στην εξέγερση του Δεκέµβρη, γεννήθηκαν νέες κατευθύνσεις αυτοοργάνωσης και δράσης. Η πιο ίσως σηµαντική και διευρυµένη είναι εκείνη της κατάληψης δηµοτικών κτιρίων (από δηµαρχεία µέχρι πολιτιστικά κέντρα και κτίρια αναψυχής) και το κάλεσµα για λαϊκές ή ανοιχτές τοπικές συνελεύσεις. Αυτή η πρακτική διεύρυνε την έννοια της κατάληψης και οικειοποίησης κτιρίων πολύ πιο πέρα από εκείνα των πανεπιστηµιακών χώρων. Έτσι, η έννοια της αυτοοργανωµένης κατάληψης κτιρίου απέκτησε νέα δυναµική, καθώς απεγκλωβίστηκε από το πανεπιστηµιακό άσυλο. Αυτό ασφαλώς δε σηµαίνει αδιαφορία για ο,τιδήποτε σχετικό συµβαίνει µε την έννοια του πανεπιστηµιακού ασύλου και τις καταλήψεις πανεπιστηµιακών χώρων, αλλά κυρίως έχει να κάνει µε το γεγονός ότι στο επίπεδο του δήµου, η άµεση και πρόσωπο µε πρόσωπο δράση καθιστά ιδιαίτερα δύσκολο για τους θεσµούς τοπικής αυτοδιοίκησης να ταυτιστούν µε τις κρατικές δυνάµεις καταστολής εναντίον πολιτών και ενίοτε δηµοτών τους. Επίσης, αν υπάρχει ένα αντιδραστικό επιχείρηµα που λέει ότι το πανεπιστήµιο ανήκει πρωτίστως στην πανεπιστηµιακή κοινότητα και στις λειτουργίες της, στην περίπτωση των δηµοτικών κτιρίων, θα ήταν αστείο να ισχυριστεί κάποιος ότι ανήκουν στην εκάστοτε δηµοτική αρχή περισσότερο απ’ ότι στους ίδιους τους πολίτες. Εκτός αυτού, η κατάληψη δηµοτικών κτιρίων για όσο διάστηµα ήταν θεµιτό ή εφικτό έδωσε περισσότερο τη δυνατότητα µιας ευελιξίας στις κινήσεις των αντιστεκόµενων και δεν τους καταδίκασε να «φυλάνε ντουβάρια» δίχως λόγο. Επιπλέον, οι καταλήψεις σε δηµοτικούς χώρους σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, του Ηρακλείου, κ.λπ. έδωσαν την ευκαιρία της συναναστροφής στις γειτονιές µε κοινωνικά υποκείµενα διαφορετικά από εκείνα που προσεγγίζουν µε µία σχετική άνεση αντιεξουσιαστικές καταλήψεις σχολών. Αυτήν την ακρογωνιαία διεργασία που υποστηρίζουµε ως αναρχοκοµµουνιστές, δηλαδή την άρνηση του ρόλου του υπηκόου-ψηφοφόρου και την πραγµάτωση της ουσιαστικής έννοιας του (ανυπάκουου) πολίτη, τη βιώσαµε και τη βλέπουµε να προσπαθεί να σταθεί σε πολλά τέτοια εγχειρήµατα κυρίως από τις µέρες του Δεκέµβρη και µετά.
Όλο αυτό το «ντόµινο» καταλήψεων δηµοτικών κτιρίων και λαϊκών συνελεύσεων ξεκίνησε από το πρωί της 11ης Δεκέµβρη, µε την κατάληψη του δηµαρχείου Αγίου Δηµητρίου, στις νότιες συνοικίες της Αθήνας. Το απόγευµα της Τετάρτης (10 Δεκέµβρη), υπήρχε µία γενική αίσθηση ότι έπρεπε να βρεθούν τρόποι ώστε να δοθεί µία νέα ώθηση στην εξέγερση.Ήδη, στις πέντε µέρες που είχαν περάσει, η διάχυτη κοινωνική αντι-βία είχε σαν αποτέλεσµα το κέντρο της Αθήνας να προσοµοιάζει σε χώρο πολεµικών επιχειρήσεων, ενώ πολλές δεκάδες τράπεζες και καταστήµατα µεγάλων εταιρειών έγιναν παρανάλωµα του πυρός ή ισοπεδώθηκαν. Οι µαθητές δεν έλεγαν να γυρίσουν στα θρανία τους, αλλά οι εργαζόµενοι δεν έλεγαν να αφήσουν έστω και για µια µέρα τη δουλειά τους.
Η απεργία, που είχαν κηρύξει προ πολλού η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ µποϊκοταρίστηκε ξεκάθαρα από τις ίδιες, προκειµένου να υπάρχει η µικρότερη δυνατή συµµετοχή και ιδιαίτερα στην κεντρική συγκέντρωση, ώστε να µην αποτελέσει πεδίο για την απαρχή νέων συγκρούσεων µεταξύ εξεγερµένων και δυνάµεων καταστολής. Η αλήθεια ασφαλώς είναι πως η αιτία της απουσίας πιο (θεσµικά) συγκροτηµένων τµηµάτων των εργαζοµένων από την εξέγερση, έστω και µε τη µορφή µίας πετυχηµένης µαζικής κινητοποίησης ως διαµαρτυρίας για τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου, ήταν καθολική και ασφαλώς η ευθύνη δε βαραίνει αποκλειστικά και µόνο τα σαλόνια στου καθεστωτικού συνδικαλισµού. Οι προσπάθειες που έγιναν στις απαρχές της εξέγερσης µε πρωτοβουλία της κατάληψης Νοµικής για σύγκλιση εργαζοµένων και κατάθεση προτάσεων στα διοικητικά συµβούλια των σωµατείων δεν προχώρησαν, αφού αποτελούσαν µία έξωθεν της εξέγερσης υπόθεση και ένας από τα πάνω τρόπος προσέγγισης των εργαζόµενων. Ακόµα και άλλες συνδικαλιστικές κινήσεις µε αυτόνοµα ή ελευθεριακά χαρακτηριστικά δεν µπόρεσαν να έχουν µία αυτούσια δραστηριοποίηση, εκείνες τις µέρες, προκειµένου να συµβάλουν στην πρόκληση µίας οποιασδήποτε ρήξης στο εργασιακό πεδίο.
Έτσι λοιπόν η εξέγερση, διατηρώντας την επιθετικότητα των συµµέτοχων σ’ αυτήν όφειλε να συναντήσει νέα κοινωνικά υποκείµενα, προκειµένου να αλληλοτροφοδοτείται. Εκείνη τη στιγµή ήταν που οι θεσµικές δυνάµεις της αντίδρασης άρχισαν, πατώντας και στο κλίµα που επιχειρούσαν να διαµορφώσουν τα ΜΜΕ περί γενικευµένων τυφλών καταστροφών, την προσπάθεια της εκκαθάρισης των δρόµων των πόλεων από τους εξεγερµένους, όπως η Πάτρα και η Λάρισα. Ήταν λοιπόν η στιγµή που πέρα από την άµεση δράση γινόταν και πιο αναγκαία η απεύθυνση λόγου από τους εξεγερµένους.
Η πρόταση για την κατάληψη δηµοτικών κτιρίων αποτέλεσε µία πρακτική κατεύθυνση που έδινε τη δυνατότητα να εκφραστούν όλες οι παραπάνω αναγκαιότητες και να µην περιοριστούν οι οργανωµένες δυνάµεις της εξέγερσης στον χώρο του αθηναϊκού κέντρου, αφήνοντας στις συνοικίες τους µαθητές µόνους απέναντι στην ανακάµπτουσα µικροαστική αντίδραση.
Η αρχή έγινε µε την κατάληψη του Δηµαρχείου Αγίου Δηµητρίου, για την οποία ας µας επιτραπεί να κάνουµε καταχρηστικά µία πιο εκτενή αναφορά. Μία οµάδα περίπου 40 συντρόφων κατέλαβε, πριν να µπουν οι εργαζόµενοι, το πρωί της Πέµπτης 12 Δεκεµβρίου, το Δηµαρχείο του Αγίου Δηµητρίου. Λίγες ώρες µετά, στην ευρύτερη περιοχή, αυθόρµητες µαθητικές πορείες κατέληγαν µε επιθετική διάθεση στα αστυνοµικά τµήµατα της Ηλιούπολης και του Αγίου Δηµητρίου. Οι εξεγερµένοι βρίσκονταν παντού: στους δρόµους, στα σχολεία, στο δηµαρχείο… Η διασπορά της εξέγερσης ήταν τέτοια που οι δυνάµεις των τοπικών αστυνοµικών τµηµάτων ήταν αδύνατον να κυκλοφορήσουν µε συχνότητα µέσα στην πόλη. Στο κατειληµµένο και «απελευθερωµένο» (όπως υπέγραφαν οι σύντροφοι) δηµαρχείο, έρχονται πολλοί µαθητές σχηµατίζοντας έτσι µία αυθόρµητη µαθητική συγκέντρωση. Παράλληλα, µεταδίδεται σε όλον τον Άγιο Δηµήτριο (Μπραχάµι) το κάλεσµα για λαϊκή συνέλευση το ίδιο απόγευµα στο χώρο του Δηµαρχείου. Περίπου 300 άνθρωποι ανταποκρίνονται στο κάλεσµα, ακόµα και δηµοτικοί σύµβουλοι υποχρεώνονται, βλέποντας τη δυναµική της όλης κατάστασης, να την «χαιρετίσουν». Ο σύλλογος των υπαλλήλων του δήµου εκδίδει ανακοίνωση για τη δολοφονία του Αλέξη και παρευρίσκεται κοντά στους καταληψίες του Δηµαρχείου. Η ιδέα της πρακτικής να καταλαµβάνονται ουσιαστικά και όχι συµβολικά δηµοτικοί χώροι, προκειµένου να τους οικειοποιούµαστε, να τους αναδεικνύουµε σε τόπους αυτοοργάνωσης και άµεσης δηµοκρατίας, αφήνοντας µακριά τα κυρίαρχα θεσµικά όργανα, αρχίζει να µεταδίδεται σε όλη την Ελλάδα.
Στην κατάληψη του Αγίου Δηµητρίου, έγινε πράξη, στις έξι µέρες που διήρκησε, η αµεσοδηµοκρατική λαϊκή συνέλευση, όχι γενικά κι αόριστα κάποιων πολιτών, αλλά εκείνη των αγωνιζόµενων και όσων άλλων στέκονται δίπλα τους ή τουλάχιστον θέλουν να τους ακούσουν. Έγινε πράξη η ανοιχτή, δηµόσια υπεράσπιση της κοινωνικής-ταξικής αντιβίας, που ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της εξέγερσης, όπως και κάθε τέτοιας εξέγερσης. Έγινε πράξη η συζήτηση µεταξύ εξεγερµένων πολιτών και εργαζοµένων δηµοτικών υπαλλήλων σχετικά µε το πώς θα µπορούσαν λειτουργήσουν κοινωνικές υπηρεσίες του δήµου δίχως την ανάµειξη της δηµοτικής αρχής. Ελήφθησαν αποφάσεις από τη λαϊκή συνέλευση που µιλούσαν για δωρεάν λαϊκές συγκοινωνίες και οδήγησαν σε έµπρακτο σαµποτάζ στα ακυρωτικά µηχανήµατα του µετρό. Εκτός αυτού, ο χώρος του κατειληµµένου δηµαρχείου Αγίου Δηµητρίου αποτέλεσε το σηµείο εκκίνησης για πορείες που έγιναν στην περιοχή εκείνες τις µέρες.
Το κύµα των καταλήψεων δηµοτικών χώρων ξεκίνησε να δηµιουργείται µε την κατάληψη δηµοτικών χώρων στη Νέα Σµύρνη, στο Χαλάνδρι, στη Νέα Φιλαδέλφεια, στον Βύρωνα και αργότερα στου Ζωγράφου, στο Περιστέρι, κ.α.. Αντίστοιχες καταλήψεις ξεκίνησαν παράλληλα και σε άλλες πόλεις, όπως στη Θεσσαλονίκη, µε την κατάληψη του δηµαρχείου Συκεών, καθώς και στο Ηράκλειο της Κρήτης (στην νοµαρχία, αρχικά από µέλη αριστερών φοιτητικών οργανώσεων και µετά από αρκετό άλλον κόσµο). Σε όλες αυτές τις καταλήψεις, αλλά και σε άλλες περιοχές (π.χ. στα Πετράλωνα στην Αθήνα και στην Άνω Πόλη στη Θεσσαλονίκη) υπήρξαν καλέσµατα και ξεκίνησαν να λειτουργούν ανοιχτές-λαϊκές συνελεύσεις, οι οποίες άρχισαν να διαµορφώνουν σε ένα πιο προσδιορισµένο χωροταξικά επίπεδο πιο σταθερές βάσης λαϊκής αυτοοργάνωσης, αµεσοδηµοκρατικής κουλτούρας διαδικασίας λήψης αποφάσεων του αδιαµεσολάβητου αγώνα. Αυτά τα στοιχεία ίσως σήµερα να φαντάζουν πλέον κοινότοπα και σχεδόν αυτονόητα σε πολλούς ανθρώπους, όµως µέχρι και πριν από δεκαπέντε χρόνια αντιµετωπίζονταν από όλο το φάσµα της αριστεράς και τον πολύ κόσµο µε δηκτικότητα και επιθετικότητα, και από την πλειονότητα του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου πάλι µε δηκτικότητα ή απλή αδιαφορία.
Μετά το σαββατοκύριακο των 13 και 14 Δεκέµβρη, τα κοινωνικά υποκείµενα της εξέγερσης αρχίζουν να συρρικνώνονται. Το πιο ζωντανό σηµείο αυτοοργάνωσης της δράσης είναι αναµφισβήτητα στην Αθήνα η κατάληψη του πανεπιστηµιακού κτιρίου της ΑΣΟΕΕ, ενώ δραστηριοποίηση και πιο έντονες πολιτικές αναφορές αρχίζουν να εκφέρονται και από την κατάληψη του Πολυτεχνείου. Ανάµεσα σε αυτές τις δύο καταλήψεις, η κατάληψη του κεντρικού κτιρίου της ΓΣΕΕ, στη συµβολή της λεωφόρου Αλεξάνδρας µε την Πατησίων, θα δώσει µία νέα διάσταση στο κύµα της εξέγερσης. Στις πέντε µέρες που κράτησε η κατάληψη έγινε η προσπάθεια για δηµιουργία ενός απελευθερωµένου χώρου έκφρασης των εργαζοµένων, ενώ η συµµετοχή πολλών εκατοντάδων στις καθηµερινά καλούµενες εργατικές συνελεύσεις και εκδηλώσεις, πρόσθεσε στην εξέγερση έναν πιο ταξικά εντοπισµένο αντικαθεστωτικό-αντικαπιταλιστικό λόγο, καταδεικνύοντας επίσης και τον προλεταριακό χαρακτήρα της εξέγερσης, µέσα από την προώθηση των προταγµάτων της εργατικής αυτοργάνωσης και της αλληλεγγύης στους φυλακισµένους της εξέγερσης. Η κατάληψη του κεντρικού κτιρίου της ΓΣΕΕ άνοιξε µία ακόµα πρακτική κατάληψης και οικειοποίησης χώρων, όπως είναι τα εργατικά κέντρα. Ετσι, η κατάληψη εργατικών κέντρων στη Θεσσαλονίκη, στον Βόλο, στο Ηράκλειο, στα Γιάννενα και στη Σπάρτη αποτέλεσε µία πρακτική διαµόρφωσης αυτόνοµων σηµείων αγώνα, ιδιαίτερα πάνω στο ζήτηµα της αλληλεγγύης στην Κ.Κούνεβα.
Ανεξάρτητα λοιπόν µε τον αν υπάρχουν ή όχι πανεπιστηµιακά κτίρια ή άλλοι χώροι στις πόλεις και στις γειτονιές, οι αγωνιζόµενοι πλέον έχουν κατανοήσει ότι οι δηµοτικοί χώροι ή τα κτίρια των εργατικών κέντρων είναι σηµεία από τα οποία, µέσα από την επανοικειοποίηση και την αυτοοργάνωση, µπορούµε να προσεγγίσουµε ακόµα και την πραγµάτωση της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, την προσέγγιση της Κοµµούνας των Κοµµούνων. Όσο µακριά κι αν είναι αυτές οι έννοιες, τα ψήγµατά τους γεννιούνται εδώ, σε αυτά που συµβαίνουν όλους αυτούς τους τελευταίους µήνες σε τόσες περιοχές της Αθήνας (και όχι µόνο).
Ξαναγυρίζοντας λίγο πιο πάνω, ας αναφέρουµε ότι το ζήτηµα της Κ.Κούνεβα, δηλαδή µίας νέας σκληρής δολοφονικής απόπειρας εναντίον µίας συνδικαλίστριας αυτή τη φορά, αποτέλεσε κεντρικό σηµείο διαµόρφωσης νέων κινήσεων αλληλεγγύης και δραστηριοποίησης των υπαρχουσών τοπικών λαϊκών συνελεύσεων. Η Κ.Κούνεβα εργαζόταν ως καθαρίστρια σε σταθµούς του ΗΣΑΠ, σαν υπάλληλος της εταιρείας ΟΙΚΟΜΕΤ. Η συνδικαλιστική της δράση σαν γραµµατέας της Παναττικής Ένωσης Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού (ΠΕΚΟΠ) «ήταν που την έφερε –εν αγνοία της- αντιµέτωπη κυριολεκτικά µε το “βαθύ κράτος”: µε “υγιείς επιχειρηµατίες”, µε τους κρατικούς µηχανισµούς, µε τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία» (από ενηµερωτικό φυλλάδιο της συνέλευσης αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα). Απέναντι στην άκρα σιωπή όλων των καθεστωτικών συνδικαλιστικών µηχανισµών, η συγκρότηση της συνέλευσης αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα αποτέλεσε το στοιχείο εκείνο που ξεκίνησε έναν αγώνα έµπρακτης αλληλεγγύης και ανάδειξης του θέµατος. Πρώτη κίνηση ήταν η κατάληψη των κεντρικών γραφείων του ΗΣΑΠ, το πρωί του Σαββάτου 27 Δεκεµβρίου και ακολούθησαν πολλές άλλες παρεµβάσεις µε πορείες και µαζικά µοιράσµατα προκηρύξεων σε σταθµούς του ΗΣΑΠ και του ΜΕΤΡΟ. Παράλληλα µε τη δράση της συνέλευσης αλληλεγγύης, ξεκίνησαν πολλές άλλες πρωτοβουλίες έµπρακτης ταξικής αλληλεγγύης που απέφεραν µία σειρά ποικίλων κινήσεων και δράσεων, από το µπλοκάρισµα της έκδοσης και ακύρωσης εισιτηρίων σε σταθµούς του ΗΣΑΠ µέχρι επιθέσεις σε εταιρείες υπενοικίασης εργαζοµένων. Η συνέχεια του αγώνα διαµόρφωσε σε πανελλαδικό επίπεδο ένα νέο ρεύµα κοινωνικής-ταξικής αλληλεγγύης µε συµµετοχή συνελεύσεων αλληλεγγύης, τοπικών ανοιχτών-λαϊκών συνελεύσεων, πρωτοβάθµιων σωµατείων και άλλων κινήσεων αναρχικών οµάδων ή οργανώσεων και κοµµάτων της αριστεράς.

Μετά την εξέγερση: οι νέες κοινότητες αγώνα που προκύπτουν
Η Ευτοπία, από τις προ δεκαετίας απαρχές έκδοσής της, έχει ως ακρογωνιαίο λίθο στο περιεχόµενό της το ζήτηµα των µορφών ελευθεριακής οργάνωσης της κοινωνίας µέσα από τη δηµιουργία αντιεραρχικών σχέσεων ανοιχτών λαϊκών αµεσοδηµοκρατικών δοµών, όπως είναι οι λαϊκές τοπικές συνελεύσεις. Η ίδια η έκδοσή της εξ αρχής βασίστηκε στη θέση ότι η ελευθεριακή-αναρχική δράση οφείλει να προσπαθεί να προωθεί παράλληλα µε τον αντικρατικό-αντικαπιταλιστικό αγώνα και συγκεκριµένες µορφές άµεσης αυτοοργάνωσης-αυτοδιεύθυνσης, όπως αυτές σκιαγραφούν την αµεσότητα και πρακτικότητα του ελευθεριακού κοινοτισµού, ή το σκαρίφηµα ενός κοινωνικοαπελευθερωτικού προτάγµατος, όπως είναι ο ελευθεριακός κοµµουνισµός, µία µορφή γενικευµένης κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης.
Στην εξεγερµένη ελληνική επικράτεια -και πολύ περισσότερο στη «µετεξεγερτική» πλέον φάση- αυτό που αναδείχθηκε, πέρα από τη διάχυτη βίαιη οργή, ήταν η εµφάνιση αυτής της παροδικής κοινότητας των εξεγερµένων στο κέντρο της Αθήνας, σε πολλές συνοικίες της, σε αρκετές άλλες πόλεις της Ελλάδας. Αυτή η παροδική κοινότητα έδωσε σταδιακά τη θέση της σε ορισµένες άλλες κοινότητες αγώνα, οι οποίες επικεντρώθηκαν στο ζήτηµα της αλληλεγγύης στους προφυλακισµένους της εξέγερσης καθώς και στην Κωνσταντίνα Κούνεβα. Ωστόσο σταδιακά οι νέες αυτές κοινότητες αγώνα (ανοιχτές ή λαϊκές συνελεύσεις, συνελεύσεις αλληλεγγύης, κλπ) άρχισαν να θέτουν µία ολόκληρη σειρά γενικότερων ή πιο «µερικών» ζητηµάτων. Μέσα σε αυτές τις νέες κοινότητες αγώνα, η αντίσταση στην κρατική καταστολή δεν είναι διαχωρισµένη από την αντίσταση στην εργοδοτική τροµοκρατία και η αντίσταση στην εργοδοτική τροµοκρατία δεν είναι διαχωρισµένη από ζητήµατα σχεδίων «ανάπτυξης» (π.χ. νέα πάρκιγκ ή αυτοκινητόδροµοι) µίας περιοχής ή ποιότητας ζωής. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν διαχωρισµένα σχήµατα αντι-κατασταλτικά, εργατίστικα ή οικολογικά-τοπικά µε τρόπο που να µην µπορούν να συνδέσουν αυτά τα ζητήµατα σε ένα ενιαίο σύνολο δραστηριοποίησης. Ασφαλώς, οι νέες αυτές κοινότητες ταξικού-κοινωνικού αγώνα προέκυψαν έχοντας ως βασικό στοιχείο την έννοια της τοπικότητας και ίσως πιο γενικά την έννοια ενός συγκεκριµένου µητροπολιτικού εδάφους αναφοράς (αυτό ισχύει κυρίως για κινήσεις που έχουν αναδυθεί στο ευρύτερο κέντρο της Αθήνας). Αυτός ο πολύµορφος και διάσπαρτος πειραµατισµός είναι µια µορφή αυτής της λεγόµενης ευτοπικής ανασυγκρότησης, για την οποία µιλούσε η Ευτοπία, χρησιµοποιώντας τα λόγια του Λ.Μάµφορντ: «να δηµιουργούµε όργανα για την αλληλοβοήθεια και την πρωτοβουλία της γειτονιάς, να συναντιόµαστε αυτοπροσώπως για να επιβεβαιωνόµαστε και να κάνουµε ζωηρές συζητήσεις, να συµµετέχουµε στις κοινές γιορτές, όχι σαν µεγάλες ανώνυµες µάζες ανθρώπων, αλλά σαν ένας κύκλος γνώριµων προσώπων, όλες αυτές οι επιβιώσεις της ζωής του πρωτόγονου χωριού εξακολουθούν να είναι απαραίτητες» (Ευτοπία 12, Ιούνιος 2005, σ. 12). Αυτός ο πειραµατισµός, που συνεχώς διευρύνεται στον αθηναϊκό µητροπολιτικό ιστό είναι που δικαιώνει τα λόγια του Μάµφορντ, ότι δηλαδή «αν οι ευτοπίες µας αναβρύζουν από τις πραγµατικότητες του περιβάλλοντός µας, θα είναι αρκετά εύκολο να τους βάλουµε από κάτω θεµέλια». Δεν έχει σηµασία ασφαλώς να ονοµατίσουµε κάπως όλα αυτά τα πράγµατα προκειµένου να τους δώσουµε το περιεχόµενο που εµείς θα θέλαµε. Αντιθέτως, αυτό που έχει σηµασία είναι ότι όλες αυτές οι κινήσεις, όπως κι αν ονοµάζονται και όποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κι αν έχουν, χαρακτηρίζονται από τα ελευθεριακά χαρακτηριστικά της αυτοοργάνωσης και της άµεσης δηµοκρατίας.
Παρόλα αυτά, η έκφραση ενός πολιτικού λόγου και δράσης που να εντάσσουν τη σηµασία και έννοια τέτοιων κινήσεων σε µία συνολικότερη ελευθεριακή κατεύθυνση, αντιπαλεύοντας όχι µόνο στα επιµέρους κρίσιµα πεδία αλλά και στο «κεντρικό» πεδίο τις συγκεντρωτικές οργανωµένες αντιλήψεις και µηχανισµούς, είναι µία υπόθεση που δεν µπορεί να µείνει έξω από τη σφαίρα της δράσης για χάρη ενός αέναου και σκόρπιου ακτιβισµού. Αυτό ασφαλώς δεν µπορεί να είναι υπόθεση άλλης µιας πολιτικής οργάνωσης, η οποία να ευαγγελίζεται πως κατέχει την αλήθεια, αλλά υπόθεση µιας άλλης πολιτικής κοινότητας, που να αναδεικνύει µε τα λόγια και τα έργα των µελών της τη συγκεκριµένη κατεύθυνση στην όλη πορεία του κοινωνικοαπελευθερωτικού αγώνα.
Αυτή η προσέγγιση µε πιο ελευθεριακά χαρακτηριστικά που υπάρχει σήµερα, είναι σηµαντικό να τονωθεί, αποφεύγοντας τόσο τις παγίδες της αριστεράς όσο και εκείνες ενός µεταµοντέρνου πασιφιστικού εναλλακτισµού που θέτει τη µικροαλλαγή ως άπαν και όχι στο δρόµο της επαναστατικής ανατροπής. Γι’ αυτό, χρειάζεται όλα αυτά που έχουν συµβεί και συµβαίνουν να ενισχύσουν και να διευρύνουν τον ελευθεριακό χαρακτήρα τους, ενώ παράλληλα να διατηρούν τον ανταγωνιστικό προς το κυρίαρχο χαρακτήρα τους.

Σήµερα, η διασπορά εγχειρηµάτων αυτοοργάνωσης και αντίστασης, ιδιαίτερα στην Αθήνα, είναι πολύ µεγάλη και σίγουρα πρωτόγνωρη µε αυτά τα αυτόνοµα-ελευθεριακά χαρακτηριστικά που εκφράζει.
Θα ήταν σκόπιµο να αναφέρουµε ορισµένα παραδείγµατα. Η πληθώρα ωστόσο των εγχειρηµάτων σίγουρα θα µας κάνει να παραλείψουµε κάποια όχι από πρόθεση αλλά από άγνοια.
Κατ’ αρχήν, µέσα στα γεγονότα του Δεκέµβρη, προέκυψαν, όπως είπαµε, ανοιχτές-λαϊκές συνελεύσεις, οι οποίες συνεχίζουν να λειτουργούν και να δραστηριοποιούνται µέχρι σήµερα, τόσο στο ζήτηµα των φυλακισµένων και γενικότερα διωκόµενων του Δεκέµβρη, όσο και σε άλλα ζητήµατα, που διαρκώς διευρύνονται. Οι συνελεύσεις µάλιστα του Αγίου Δηµητρίου, του Χαλανδρίου, της Νέας Φιλαδέλφειας και του Περιστερίου προχώρησαν και σε µία µεταξύ τους δικτύωση και κοινή δραστηριοποίηση.
Σηµαντικά σηµεία αναφοράς ασφαλώς, µετά τα γεγονότα του Δεκέµβρη, αποτελούν οι δύο κινήσεις για την προάσπιση ελεύθερων χώρων και τη διαµόρφωσή τους σε ανοικτούς κοινωνικούς χώρους., δηλαδή το πάρκο των οδών Κύπρου και Πατησίων (Πατήσια) και ο χώρος του πρώην πάρκιγκ µεταξύ των οδών Ζ.Πηγής-Ναυαρίνου-Χ.Τρικούπη (Εξάρχεια). Στην πρώτη περίπτωση, η προσπάθεια του Δήµου Αθηναίων να µετατρέψει ένα εγκαταλειµµένο από αυτήν πάρκο σε πάρκιγκ αυτοκινήτων µε ταυτόχρονη κοπή δέντρων προκάλεσε µία ολοήµερη οδοµαχία επί της οδού Πατησίων, την παρουσία των κατοίκων για περιφρούρηση όλο το εικοσιτετράωρο για πολλές εβδοµάδες στο πάρκο, καθώς και τη διαµόρφωση µίας ανοιχτής συνέλευσης µε τη συµµετοχή πολλών ανθρώπων. Στη δεύτερη περίπτωση, µετά από κάλεσµα της Πρωτοβουλίας Επιτροπής Κατοίκων Εξαρχείων, εκατοντάδες πολίτες κατέλαβαν τον άδειο χώρο που µέχρι πρόσφατα ενοικιαζόταν ως πάρκινγκ, το οποίο ανήκει στο ΤΕΕ και προοριζόταν για το νέο του κτιριακό συγκρότηµα, και το µετέτρεψαν σε µία ζωντανή πλατεία φυτεύοντας δέντρα, τοποθετώντας παγκάκια, φτιάχνοντας παιδική χαρά και οργανώνοντας πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Στη δεύτερη περίπτωση, µετά από κάλεσµα της Πρωτοβουλίας Επιτροπής Κατοίκων Εξαρχείων, εκατοντάδες πολίτες κατέλαβαν τον άδειο χώρο που µέχρι πρόσφατα ενοικιαζόταν ως πάρκινγκ, το οποίο ανήκει στο ΤΕΕ και προοριζόταν για το νέο του κτιριακό συγκρότηµα, και το µετέτρεψαν σε µία ζωντανή πλατεία φυτεύοντας δέντρα, τοποθετώντας παγκάκια, φτιάχνοντας παιδική χαρά και οργανώνοντας πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις Μετά την ένοπλη επίθεση κατά διµοιρίας των ΜΑΤ στο Υπουργείο Πολιτισµού από την οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας, µε αποτέλεσµα τον βαρύ τραυµατισµό ενός αστυνοµικού, το κράτος και τα τηλεοπτικά µέσα επιχείρησαν να διαµορφώσουν ένα κλίµα συµψηφισµού της δολοφονίας του Αλ.Γρηγορόπουλου µε τον βαρύ τραυµατισµό εκείνου του αστυνοµικού, ενώ παράλληλα προσπάθησαν να επιβάλλουν στο κέντρο της Αθήνας και ιδιαίτερα στα Εξάρχεια την αστυνοµοκρατία. Έναν µήνα µετά τον θάνατο του Γρηγορόπουλου, το σηµείο που σκοτώθηκε είχε κατακλυστεί από διµοιρίες των ΜΑΤ. Μετά από κάλεσµα της συγκεκριµένης πρωτοβουλίας, έγινε συγκέντρωση πολλών εκατοντάδων ανθρώπων στο σηµείο αυτό και το κλίµα αστυνοµοκρατίας έσπασε πριν προλάβει να εδραιωθεί. Αυτή η κίνηση ήταν ιδιαίτερα σηµαντική, ώστε να µην επιτρέψει την άµεση αντεπίθεση του κράτους και των υπόλοιπων αντιδραστικών πολιτικών δυνάµεων εναντίον όσων σηµείων αναφοράς διαρκώς προέκυπταν µέσα από τα γεγονότα του Δεκέµβρη.
Ένα άλλο πολύ σηµαντικό σηµείο αναφοράς, που προέκυψε µέσα από την δραστηριοποίηση αναρχικών στο κέντρο της Αθήνας, υπήρξε η κατάληψη Πατησίων και Σκαραµαγκά από µεγάλο αριθµό συντρόφων. Η κατάληψη αυτή ήρθε ως απόρροια µίας σηµαντικής δυναµικής αγώνα που διαµορφώθηκε µέσα στις συνθήκες των βίαιων ηµερών του Δεκέµβρη κυρίως µέσα στην κατειληµένη ΑΣΟΕΕ και που συνέχισε να συνευρίσκεται και µετά από αυτές.
Εδώ και µικρό χρονικό διάστηµα, ένα άλλο νέο εγχείρηµα αποτελεί στη Δυτική Αθήνα (Πάρκο Α.Τρίτση) ο Αγρός-αυτοδιαχειριζόµενο κατειληµµένο έδαφος, το οποίο ουσιαστικά συνεχίζει µία “παράδοση” ανάλογης δραστηριοποίησης που προέκυψε τέσσερα χρόνια πριν από τον αυτοδιαχειριζόµενο αγρό Καµατερού.
Στη Θεσσαλονίκη, όπως προαναφέρθηκε, η ανοιχτή συνέλευση Συκεών, καθώς και η Ανοιχτή Συνέλευση Αγώνα Άνω Πόλης συνεχίζονται ως σήµερα. Το κύµα δηµιουργίας συνελεύσεων γειτονιάς συνεχίστηκε µε τη σύσταση δύο ακόµα συνελεύσεων, αυτής των Δυτικών Συνοικιών και αυτής της περιοχής του Φαλήρου.
Έκανε επίσης την εµφάνιση της στην Αθήνα και µια ευρύτερη καλλιτεχνική κοινότητα, µε ελευθεριακά γνωρίσµατα στον τρόπο οργάνωσης και στον λόγο της, ως αποτέλεσµα της ανάγκης καλλιτεχνικής έκφρασης και σύνδεσης της µε τα δεδοµένα της εξέγερσης. Ήταν ο κόσµος των καλλιτεχνών που παρενέβη σε τηλεοπτικά µέσα, που διέκοπτε θεατρικές παραστάσεις και µιλούσε για την εξέγερση και τους συλληφθέντες, που έκανε την κατάληψη της Λυρικής Σκηνής τον Γενάρη. Για πρώτη φορά µετά από τα πολλά χρόνια στον ελλαδικό χώρο, εµφανίστηκε ένα κοµµάτι καλλιτεχνών που συµπορεύτηκε µε ένα ρεύµα εξεγερµένων, που βρέθηκε και αυτό, µε τις ιδιαιτερότητές του, στους δρόµους.
Κάποιες πάλι ανοιχτές-λαϊκές συνελεύσεις οδήγησαν σε καταλήψεις χώρων, όπως για παράδειγµα στα Πετράλωνα (στο εγκατελειµµένο κτίριο του ΠΙΚΠΑ), στη Νέα Φιλαδέλφεια (σε κτίριο απέναντι από το Δηµαρχείο) και στον Άγιο Δηµήτριο (κατάληψη χώρου στο κτίριο του πρώην Γ’ Δηµοτικού σχολείου).
Το «ωστικό κύµα» της πρακτικής συγκρότησης ανοιχτών-λαϊκών συνελεύσεων προωθήκηκε δυναµικά εξαρχής και στις περιοχές του Βύρωνα, της Καισαριανής και του Ζωγράφου, ενώ έφτασε και µέχρι την Αγία Παρασκευή µε τη συµµετοχή αρκετού και πολιτικά ιδιαίτερα ετερόκλητου κόσµου και ζήτηµα αιχµής το κτήµα Σιστοβάρη. Το σύνθηµα «ο δήµαρχος δεν είναι αυτός που κυβερνά, λαϊκή συνέλευση σε κάθε γειτονιά» που φώναζαν σύντροφοι οι οποίοι συµµετείχαν στην εν λόγω συνέλευση είναι χαρακτηριστικό µίας ελευθεριακής-αναρχικής δράσης κατεύθυνσης που σηµειώθηκε αυτό το διάστηµα.
Είναι άνευ ουσίας να διαπιστώνει κάποιος ότι η εξέγερση ξεπερνάει τις όποιες οργανωµένες πολιτικές δυνάµεις. Όταν µία εξέγερση γεννιέται αυθόρµητα και βίαια, είναι δεδοµένο ότι δεν πρόκειται να περιορίζεται στα πλαίσια που η οποιαδήποτε οργανωµένη πολιτική δύναµη θα ήθελε. Η εξέγερση δεν µπορεί να έχει τα συγκεκριµένα αιτήµατα που µπορεί να έχει ένα συγκεκριµένο διεκδικητικό κίνηµα, όσο κι αν αυτό θα ήθελαν να ισχύει οι οργανώσεις της αριστεράς. Οι εξεγερµένοι δεν αποτελούσαν ένα κίνηµα µε συγκεκριµένα κοινωνικά, πολιτικά και οργανωτικά χαρακτηριστικά, όσο και αν έτσι θέλουν να το αντιµετωπίζουν διάφορες ανακοινώσεις και άρθρα οµαδοποιήσεων που βρίσκονται στα όρια µεταξύ αωτιεξουσίας και αριστεράς.
Εξαιτίας της «ενδογένειας» του λεγόµενου αναρχικού-ελευθεριακού χώρου τόσο µε το ίδιο το γεγονός της δολοφονίας του Αλ. Γρηγορόπουλου και του σηµείου που συνέβη, όσο και µε το γεγονός ότι οι πρακτικές και οι προς επίθεση στόχοι που βρέθηκαν στη δίνη της οργής των εξεγερµένων είχαν µία ξεκάθαρα αντικρατική-αντικαπιταλιστική αναφορά, τα γεγονότα του Δεκέµβρη στην Ελλάδα παρουσίασαν ιδιαίτερα πολιτικά γνωρίσµατα και δεν είχαν καµία σχέση µε µία τυφλή µητροπολιτική εξέγερση. Αυτό ενισχύεται και από το γεωγραφικό εύρος των γεγονότων, όπως ήδη βέβαια έχει πάλι αναφερθεί. Αυτά τα πολιτικά γνωρίσµατα ενισχύθηκαν ακόµα περισσότερο µέσα από το πέρασµα της εξέγερσης σε αυτονοµία, σε άµεση δηµοκρατία, σε αυτοδιαχείριση, στα απανταχού κατειληµµένα κτίρια και ιδιαίτερα στις συνελεύσεις σε τόσες περιοχές πρωτίστως της Αθήνας αλλά και της Θεσσαλονίκης.
Ασφαλώς, δεν έχουµε ούτε την επιλογή ούτε όµως και τη διάθεση να παραµείνουµε «ξεχασµένοι στην …εξέγερση». Οφείλουµε στις κοινότητες αγώνα που διαµορφώνουµε και συµµετέχουµε να θέτουµε το ελευθεριακό πρόταγµα στο σύνολο της κοινωνικής ζωής και όχι µόνο στα πλαίσια µίας τοπικής ανοιχτής συνέλευσης, προσδίδοντας έτσι απλά σε κοµµατικούς σχηµατισµούς της αριστεράς που εµπλέκονται σε ορισµένες περιπτώσεις µία δόση ανοικτότητας και δηµοκρατικότητας. Ξανανοίξαµε το µπουκαλάκι του αρώµατος της Κοµµούνας και σίγουρα αυτό το άρωµα δεν είναι ούτε για πέταµα ούτε για πασάλειµµα.
Σήµερα,
«θα πρέπει να απαιτήσουµε για µας και για όλους όσους το θέλουν, το δικαίωµα ελεύθερης προσέγγισης των αναγκαίων µέσων παραγωγής για τη συντήρηση µιας ανεξάρτητης ζωής. Να δίνετε συµβουλές, όταν έχουµε να κάνουµε προτάσεις. Να διδάσκετε, αν ξέρουµε περισσότερα απ’ ό,τι οι άλλοι. Να δίνετε το παράδειγµα για µια ζωή βασισµένη στην ελεύθερη συµφωνία ανάµεσα στους ανθρώπους. Να υπερασπίζετε, ακόµα και µε τη βία, αν είναι απαραίτητο και δυνατό, την αυτονοµία µας ενάντια σε οποιαδήποτε κυβερνητική πρόκληση… αλλά ΠΟΤΕ µη διατάζετε, κυβερνάτε ή εξουσιάζετε! Μ’ αυτόν τον τρόπο δε θα πραγµατοποιήσουµε την αναρχία, η οποία δεν µπορεί να επιβληθεί ενάντια στη θέληση των ανθρώπων, αλλά τουλάχιστον θα προετοιµάσουµε τον δρόµο γι’ αυτήν» (Ερ.Μαλατέστα, Η αναρχική επανάσταση).

η συντακτική οµάδα

Για τις νέες κοινότητες ταξικού και κοινωνικού αγώνα

Για χρόνια τώρα ο κυρίαρχος λόγος των πολιτικών ελίτ και των εξαρτηµένων κονδυλοφόρων τους προσπαθούσε να πείσει για την αναγκαιότητα να ελαστικοποιηθούν οι εργασιακές σχέσεις, να µειωθούν οι κοινωνικές παροχές και να ιδιωτικοποιηθούν τοµείς παροχής υπηρεσιών µέχρι πρότινος υπό κρατικό έλεγχο, προκειµένου η εθνική οικονοµία να καταστεί πιο ανταγωνιστική. Ελαστικά ωράρια, µαύρη ανασφάλιστη εργασία, ουσιαστικά ανεξέλεγκτες απολύσεις, περικοπές των πραγµατικών µισθών στον δηµόσιο και στον ιδιωτικό τοµέα, υποαπασχόληση και ανεργία αποτέλεσαν τα όπλα στην ολοµέτωπη επίθεση που το κεφάλαιο είχε εξαπολύσει εναντίον της κοινωνίας µε σκοπό την αύξηση της κερδοφορίας και την ενίσχυση της συσσώρευσης. Αυτή ήταν, όπως όλοι γνωρίζουν, η πραγµατικότητα πίσω από την θεαµατική αύξηση των ρυθµών ανάπτυξης της ελληνικής οικονοµίας τα προηγούµενα χρόνια. Και το αποτέλεσµα, πέρα από την ευηµερία των δεικτών και τα γεµάτα πορτοφόλια των καπιταλιστών, ήταν η βαθµιαία έως και ραγδαία προλεταριοποίηση και η εντεινόµενη υποτίµηση της εργασίας και της ζωής σηµαντικών τµηµάτων της ελληνικής κοινωνίας, όπως οι νεολαίοι, οι µετανάστες αλλά και οι εργαζόµενοι σε πολλούς «προβληµατικούς» κλάδους της παραγωγής. Το εκπαιδευτικό σύστηµα εν γένει -µια πτυχή µόνο του οποίου είναι το σχολείο και το πανεπιστήµιο- έσπευσε να προσαρµοστεί στις εξελίξεις αυτές, ενίοτε και να τις καθοδηγήσει: η βασική φιλοσοφία των συνεχών εκπαιδευτικών µεταρρυθµίσεων ήταν η επιβολή της εντατικοποιηµένης εργασίας εκπαιδευόµενων και εκπαιδευτών ως µέσου πειθάρχησης, ελέγχου και ενσωµάτωσης. Είναι αυτή η εντατικοποιηµένη εργασία εντός και εκτός σχολείου που κλέβει τον χρόνο των εφήβων και των νέων και ως τέτοια γίνεται αντιληπτή. Το σχολείο σε τίποτα πια δε θυµίζει ένα χώρο παιδείας αλλά ένα χώρο σκληρής δουλειάς. Όχι άδικα, ο µαθητής θεωρείται ο σκληρότερα εργαζόµενος στην ελληνική επικράτεια.
Την ίδια περίοδο συντελέστηκε και µια πρωτοφανής, για τα ελληνικά τουλάχιστον δεδοµένα, υποβάθµιση της ποιότητας ζωής: η ανάγκη διαρκούς επέκτασης του κεφαλαίου οδήγησε σε µια τεραστίων διαστάσεων λεηλασία του φυσικού περιβάλλοντος ενώ µεγάλα τµήµατα του όποιου «ελεύθερου» αστικού χώρου αποτέλεσαν πεδίο δράσης των εργολάβων και της βιοµηχανίας της διασκέδασης.
Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση των δύο τελευταίων δεκαετιών αναπόφευκτα βρέθηκε αντιµέτωπη µε άλλοτε ισχυρότερες και άλλοτε ασθενέστερες αντιστάσεις: απεργίες για τις εργασιακές σχέσεις και το ασφαλιστικό και αλλεπάλληλα κινήµατα κατά των εκπαιδευτικών µεταρρυθµίσεων συνοδεύτηκαν από πολυάριθµες κλαδικές κινητοποιήσεις, ακόµη και σε «νέους» χώρους εργασίας (π.χ. κούριερ) αλλά και από σηµαντικές τοπικές κινήσεις εναντίωσης στην υποβάθµιση της ποιότητας ζωής. Κινήσεις αντίστασης που, όπως ήταν φυσικό, χαρακτηρίστηκαν από στρεβλώσεις και αδυναµίες και σε µεγάλο βαθµό δεν συναντήθηκαν, αλλά απέδειξαν ότι ο κοινωνικός-ταξικός αγώνας παραµένει ζωντανός και έθεσαν όρια στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Η εξέγερση του Δεκεµβρίου αποτέλεσε στο πλαίσιο αυτό την έκρηξη µιας συσσωρευµένης οργής για την καθηµερινή λεηλασία της ζωής από µια εξουσία πολιτικά και ιδεολογικά χρεοκοπηµένη. Ήταν µια αυθεντικά λαϊκή εξέγερση. Ξέσπασε από ένα τυχαίο (βέβαια όχι απρόβλεπτο γεγονός) που συµπύκνωνε και εξέφραζε µε τον πλέον ακραίο τρόπο την υποτίµηση της ζωής από τη βαρβαρότητα κάθε λογής εξουσίας. Επεκτάθηκε σε όλη την Ελλάδα και συσπείρωσε ανθρώπους διαφορετικής ηλικιακής και κοινωνικής προέλευσης. Εκφράστηκε αυθόρµητα, βίαια, ενίοτε και τυφλά. Για όσους σάστισαν µε την έκταση της εξέγερσης υπενθυµίζουµε απλώς, περιοριζόµενοι σε ορισµένα πρόσφατα γεγονότα, τη µαζικότητα των κινητοποιήσεων εναντίον της ασφαλιστικής µεταρρύθµισης Γιαννίτση το 2001, του πολέµου στο Ιράκ το 2003 και εναντίον της µεταρρύθµισης του πανεπιστηµίου και του άρθρου 16 το 2006-2007. Πέρα από τα άµεσα αίτια στον δρόµο έβρισκε συχνά ανταπόκριση ο πόθος της επανασύστασης της ανθρώπινης κοινότητας ενάντια σε κάθε λογής εξουσία.
Τον Δεκέµβρη αυτός ο πόθος γέννησε την κατάληψη δηµόσιων και δηµοτικών κτηρίων και τη σύγκληση λαϊκών συνελεύσεων. Άλλωστε, κάθε φορά που αναπτύσσονται αυθεντικά λαϊκά κινήµατα οι εξεγερµένοι ή οι επαναστατηµένοι άνθρωποι εγκαθιδρύουν δοµές άµεσης δηµοκρατίας και αυτοοργάνωσης (τοµείς στο Παρίσι του 1789, παρισινή Κοµµούνα το 1871, εργατικά συµβούλια, κολλεκτίβες στην Ισπανία, ζαπατιστικές κοινότητες στο Μεξικό). Η πρακτική αυτή αποτέλεσε µια προωθηµένη πολιτική πρόταση της εξέγερσης, στην πραγµατικότητα ήταν η µόνη που ανταποκρινόταν στον γνήσιο λαϊκό της χαρακτήρα. Έφερε δυνητικά στο πεδίο της δηµόσιας συζήτησης το σύνολο των πολιτικών και κοινωνικών ζητηµάτων που η εξέγερση έθετε, και µάλιστα σε συνθήκες αδιαµεσολάβητης επικοινωνίας. Ανέδειξε άλλοτε γενικότερα ζητήµατα (αλληλεγγύη στους προφυλακισµένους της εξέγερσης και στην εργάτρια Κ. Κούνεβα) και άλλοτε θέµατα τοπικού ενδιαφέροντος. Αποτέλεσε τη φυσική διέξοδο των ανθρώπων που συγκλονιζόµενοι από τα γεγονότα του Δεκέµβρη αποφάσισαν να µην επιστρέψουν κουρασµένοι στα σπίτια τους αλλά να βρουν τρόπους συνέχισης ενός αγώνα που οι ίδιοι ξεκίνησαν. Αυτή η πρακτική όχι µόνο δεν σταµάτησε να υπάρχει αλλά µάλιστα έχει εξαπλωθεί σε πολλές γειτονιές της Αθήνας. Οι συνελεύσεις αυτές βασίζονται στις αρχές της αυτοοργάνωσης και της άµεσης δηµοκρατίας και λειτουργούν αντιιεραρχικά επιτρέποντας σε όλους να συµµετάσχουν επί ίσοις όροις. Καταργούν στην πράξη τους ψεύτικους διαχωρισµούς, είναι ακηδεµόνευτες και αναδεικνύουν τα ελευθεριακά χαρακτηριστικά της εξέγερσης αφού σε αυτές συνοψίζεται η επιθυµία των ανθρώπων να καθορίσουν οι ίδιοι τις τύχες τους. Οι δοµές αυτές δραστηριοποιούνται ενοποιητικά στις γειτονιές, ανασυστήνουν µια κοινότητα γύρω από τον χώρο κατοικίας, καλούν τους πολίτες να άρουν τον έλεγχο του δηµόσιου χώρου από το κράτος και τοπικές αρχές µέσα από την επανοικειοποίηση της έννοιας του δηµόσιου.
Θεωρούµε ότι η γενικευµένη άρνηση του υπαρκτού που εκδηλώθηκε τον Δεκέµβρη µπορεί να αποτελέσει την αφετηρία µιας µακροχρόνιας περιόδου συνολικής αµφισβήτησης. Είναι σαφές πως για εµάς το πρόβληµα δεν είναι η αστυνοµία, δεν είναι η «κρίση» του εγχώριου πολιτικού συστήµατος, δεν είναι καν η οποιαδήποτε «κρίση» γνωρίζει σήµερα ο καπιταλισµός. Το πρόβληµα είναι ο ίδιος ο καπιταλισµός και η ιεραρχική οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων, ανεξάρτητα από τις επιµέρους µορφές που λαµβάνουν, (νεο)φιλελεύθερες ή σοσιαλδηµοκρατικές. Το πρόβληµα είναι το ίδιο το γεγονός της εκµετάλλευσης, ο διαχωρισµός των ανθρώπων, η αλλοτρίωση και η έλλειψη ελέγχου πάνω στις συλλογικές µας δραστηριότητες, σε τελική ανάλυση πάνω στις ζωές µας. Αυτά είναι για εµάς τα ανοικτά ζητήµατα που αφήνει ο Δεκέµβρης. Αν ο -παγκοσµιοποιηµένος πλέον- καπιταλισµός αυτή τη στιγµή ενώνει τους ανθρώπους στην κοινότητα του κεφαλαίου, η απάντηση µας δεν µπορεί να είναι άλλη από την αµφισβήτηση και τελικά την επίθεση στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων που στηρίζουν αυτό το καθεστώς.
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να αναζητηθούν λύσεις µέσα από τη δηµιουργία αυτόνοµων συνδικάτων βάσης, πέρα από κοµµατικές αναφορές που τα κρατούν δέσµια ετεροαποφασισµένων επιλογών. Συνδικάτα, τυπικά ή άτυπα, που θα λειτουργούν αντιιεραρχικά και αντιγραφειοκρατικά και µέσω αµεσοδηµοκρατικών διαδικασιών θα κινητοποιήσουν ένα γνήσια λαϊκό και αυτόνοµο εργατικό κίνηµα που θα ενώσει τους ανθρώπους και θα πολεµήσει στην πράξη τόσο τον συντεχνιασµό όσο και την ιδιώτευση. Όσοι από εµάς αντιλαµβανόµαστε τόσο την χρεωκοπία του κοµµατικοποιηµένου συνδικαλισµού όσο και τη βαρβαρότητα της εργοδοτικής επίθεσης, οφείλουµε να ενισχύσουµε ή και να δηµιουργήσουµε τέτοιες δοµές σε όλους τους χώρους εργασίας, από τα εργοστάσια και τα σχολεία ως τα γραφεία, τα καταστήµατα και τις δηµόσιες υπηρεσίες. Δοµές που θα δρουν γνωρίζοντας ότι η επίθεση σε µια κατηγορία εργαζοµένων είναι επίθεση σε όλους και ότι η νίκη του ενός είναι νίκη της κοινωνίας. Δοµές που θα δρουν αλληλέγγυα και θα φροντίζουν για την ενίσχυση των πιο αδύναµων κοµµατιών.
Χρειαζόµαστε λοιπόν κοινότητες ταξικού και κοινωνικού αγώνα που θα καλλιεργήσουν το έδαφος για να ανθίσουν οι σπόροι αυτής της αµφισβήτησης. Νέες κοινότητες που θα ριζώσουν στους τόπους του κοινωνικού γίγνεσθαι, στις συνοικίες, στις γειτονιές, στις επιχειρήσεις και στις εταιρίες. Κοινότητες που θα απευθύνονται στους οµήρους των δανείων, σε όσους υποφέρουν από την απελπιστική ακρίβεια στα καθηµερινά αγαθά, σε όσους βιώνουν τα αδιέξοδα της εντατικοποιηµένης και αλλοτριωτικής εργασίας. Κοινότητες που θα θέσουν αυτά ακριβώς τα ζητήµατα µε γλώσσα αυθεντική και όχι µε όρους ιδεολογικού αποκλεισµού, που ίσως δεν διστάσουν να προωθήσουν και συγκεκριµένα ενοποιητικά αιτήµατα, σίγουρα όµως συνδικάτα που θα µιλήσουν για τη ζωή συνολικά και θα επιχειρήσουν να αναπλάσουν τον κοινωνικό ιστό στη βάση της αλληλεγγύης του αγώνα.

ευτοπική κοινότητα αγώνα, Απρίλης 2009

Το κοινοτιστικό εγχείρηµα του Φλαµουρίου

Πάνε 11 µήνες τώρα που δύο κτίρια του δασαρχείου Λαγκαδά Θεσσαλονίκης στο δάσος Φλαµουρίου τελούν υπό κατάληψη. Στόχος των συµµετεχόντων σ’ αυτό το εγχείρηµα ήταν η δηµιουργία µιας µικρής βιώσιµης κολεκτίβας.
Ο χώρος είναι ιδανικός, µε πλούσια βλάστηση, νερά, ξέφωτα για καλλιέργεια και σχετικά αποµονωµένος. Τα δύο κτίρια του δασαρχείου ήταν εγκαταλελειµµένα και σε κακή κατάσταση, ωστόσο κατέστη δυνατή η επισκευή του ενός, ούτως ώστε να είναι κατοικήσιµο για το χειµώνα. Οι συµµετέχοντες στο εγχείρηµα είχαν να αντιµετωπίσουν ένα σύνολο πρακτικών προβληµάτων, αφού ο χώρος ήθελε αρκετή δουλειά για να γίνει βιώσιµος. Για την υδροδότησή τους κατασκεύασαν παροχή από κοντινό ποτάµι. Το χειµώνα δεν είχαν ρεύµα, πριν από λίγο καιρό όµως εγκατέστησαν φωτοβολταϊκά που παρέχουν σε πρώτη φάση τη δυνατότητα για ηλεκτροδότηση κάποιων βασικών αναγκών. Το περασµένο καλοκαίρι, οπότε και ξεκίνησε η κατάληψη, τα µέλη αυτής της µικρής κολεκτίβας ασχολήθηκαν, πέρα από τις δουλειές για την αναστήλωση του χώρου και την προετοιµασία για το χειµώνα, µε τις καλλιέργειες. Για αυτό ξεχέρσωσαν και καλλιέργησαν µια ικανή έκταση για να θρέψει αυτούς, ενώ έβαλαν και χειµωνιάτικο µπαξέ. Για την καλύτερη προετοιµασία των φετινών καλλιεργειών έφτιαξαν ένα θερµοκήπιο-φυτώριο στο οποίο προετοιµάζουν τα φυτά. Επίσης, χρησιµοποιούν κοµπόστ µε τα οργανικά τους απορρίµµατα για την προετοιµασία του εδάφους. Ακόµη, έφτιαξαν ένα κοτέτσι που τους παρέχει αυγά. Όλα αυτά προορίζονται για χρήση από την κολεκτίβα και όχι για πώληση, αν και δεν αποκλείεται η εµπορική εκµετάλλευση κάποιων αγαθών στο µέλλον, προκειµένου το εγχείρηµα να είναι απολύτως αυτάρκες. Στην προσπάθειά τους αυτή συνέδραµε και ένας αριθµός συντρόφων και φίλων µε προσωπική δουλειά.
Οι καταληψίες του Φλαµουρίου δεν αποσκοπούν να «ζήσουν την ουτοπία τους», δεν είναι νοσταλγοί των κοινοβίων περασµένων δεκαετιών, δεν είναι πρωτογονιστές που αρνούνται την οποιαδήποτε σχέση µε τον τεχνολογικό δυτικό πολιτισµό. Είναι άνθρωποι που προσπαθούν και τολµούν µε πείσµα και συνέπεια να κάνουν πράξη την ελευθεριακή κοινότητα. Αποπειρώνται ένα πολιτικό εγχείρηµα στις δύσκολες συνθήκες του βαρύ χειµώνα στο βουνό, ένα πολιτικό εγχείρηµα που δείχνει πώς µπορούν να γίνουν τα λόγια πράξη, και γι’ αυτό έχουν ήδη αρχίσει προσπάθειες ανοίγµατος σε ενδιαφερόµενους, όπως και στην τοπική κοινωνία. Γι’ αυτό, οργάνωσαν ένα διήµερο εκδηλώσεων στις 9 και 10 Μαΐου, όπου µεταξύ άλλων έγιναν µεταφυτεύσεις, δηµιουργία σπορείων και συζήτηση για την καλλιέργεια και την αυτάρκεια. Επίσης, κυκλοφόρησαν ένα έντυπο, που φέρει τον τίτλο «Στα Όρηα», στο οποίο εκτός των άλλων ξεκαθαρίζουν τους λόγους που τους οδήγησαν σε αυτό το τόλµηµα και κάνουν ένα µικρό απολογισµό για τον ένα περίπου χρόνο που βρίσκονται εκεί: «Μπορεί να µην καταφέραµε να δαµάσουµε το χρόνο, ούτε να γίνουµε περισσότεροι αλλά είµαστε εδώ και συνεχίζουµε. Γνωρίζουµε πολύ καλά ότι ένα ανοιχτό εγχείρηµα που βασίζεται στον πειραµατισµό υπόκειται σε διαρκείς αλλαγές ως προς τη µορφή και τους στόχους. Όταν όµως έχεις βουτήξει στο άγνωστο και µάλιστα συνειδητά, εµπιστεύεσαι τη ροή και συνεχίζεις να κολυµπάς…».
Η µικρή κολλεκτίβα του Φλαµουρίου αποτελεί ένα τολµηρό εγχείρηµα το οποίο δείχνει ότι υπάρχουν κάποιοι που αποφασίζουν να αφήσουν τις αέναες πολιτικές συζητήσεις για τις κοινότητες του µέλλοντος και να δοκιµάσουν στην πράξη ένα µέρος απ’ αυτά που οραµατιζόµαστε: την αυτοδιαχείριση, την αυτενέργεια, την αυτάρκεια, την αντι-ιεραρχική οργάνωση µιας κοινότητας. Σε προσπάθειες σαν αυτές δεν οφείλουµε απλώς να είµαστε αλληλέγγυοι, αλλά και συνοδοιπόροι.

Σταύρος Καραγεωργάκης

Η αναρχική κοινωνιολογία του φεντεραλισµού, του Colin Ward

Το κείµενο αυτό δηµοσιεύτηκε στην εφηµερίδα Freedom (27η Ιούνη, 11η Ιούλη 1992). Ο Κόλιν Γουόρντ (Colin Ward: 1924-) υπήρξε διευθυντής της αγγλικής εφηµερίδας Ελευθερία (Freedom) και ιδρυτής του περιοδικού Αναρχία (Anarchy). Έχει γράψει βιβλία για την πολιτική, την αρχιτεκτονική και την εκπαίδευση. Στο παρελθόν έχει δηµοσιευτεί στην Ευτοπία (τ. 2) κείµενό του µε τίτλο «Μια αναρχική προσέγγιση της πολεοδοµίας».

µικρός αριθµός παιδιών σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα που είχε την ευκαιρία να µελετήσει την ιστορία της Ευρώπης, καθώς και του δικού του έθνους, έµαθε ότι υπήρξαν δύο κορυφαία γεγονότα κατά τον 19ο αιώνα: η ενοποίηση της Γερµανίας που επιτεύχθηκε από τον Βίσµαρκ και τον αυτοκράτορα Γουλιέλµο Α΄, και η ενοποίηση της Ιταλίας η οποία επιτεύχθηκε από τους Καβούρ, Ματσίνι, Γκαριµπάλντι και Βιττόριο Εµανουέλε Β΄.
Το σύνολο του κόσµου, που εκείνη την εποχή ταυτιζόταν µε τον ευρωπαϊκό κόσµο, καλωσόρισε αυτούς τους θριάµβους. Η Γερµανία και η Ιταλία είχαν αφήσει πίσω όλα εκείνα τα µικρά πριγκιπάτα, τα βασίλεια, τις πόλεις-κράτη και τις παπικές επαρχίες, προκειµένου να γίνουν εθνικά κράτη, αυτοκρατορίες και κατακτητές. Είχαν γίνει σαν τη Γαλλία, της οποίας οι µικροί τοπικοί δεσπότες τελικά ενοποιήθηκαν διά της βίας, πρώτα από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ µε το µεγαλοπρεπές σλόγκαν του «Το Κράτος είµαι Εγώ», και κατόπιν από το Ναπολέοντα, κληρονόµο της Μεγάλης Επανάστασης, ακριβώς όπως ο Στάλιν ο οποίος κατά τον εικοστό αιώνα κατασκεύασε το διοικητικό µηχανισµό προκειµένου να εξασφαλίσει ότι ήταν αληθινός. Ή είχαν γίνει σαν την Αγγλία, της οποίας οι βασιλιάδες (και ο ένας δηµοκρατικός κυβερνήτης Oliver Cromwell) είχαν κατακτήσει επιτυχώς τα ουαλικά, τα σκωτσέζικα και τα ιρλανδικά εδάφη και συνέχισαν προκειµένου να κυριαρχήσουν στον υπόλοιπο κόσµο εκτός της Ευρώπης. Το ίδιο πράγµα συνέβαινε και στο άλλο άκρο της τελευταίας. Ο Ιβάν Δ΄, επονοµαζόµενος ορθά «Ο Τροµερός», κατέκτησε την κεντρική Ασία ως τον Ειρηνικό, και ο Πέτρος Α΄, γνωστός ως «ο Μεγάλος», χρησιµοποιώντας τις τεχνικές που έµαθε στη Γαλλία και την Αγγλία, κατέλαβε τη Βαλτική, το µεγαλύτερο µέρος της Πολωνίας και τη Δυτική Ουκρανία.
Οι πιο προχωρηµένες απόψεις παντού στην Ευρώπη καλωσόρισαν το γεγονός ότι η Γερµανία και Ιταλία είχαν προσχωρήσει στο κλαµπ των εθνικών και ιµπεριαλιστικών δυνάµεων. Τα τελικά αποτελέσµατα στον 20ο αιώνα ήταν οι φοβερές περιπέτειες των κατακτήσεων, η συντριπτική απώλεια σε ζωές νέων αντρών προερχόµενων από τα χωριά της Ευρώπης κατά τη διάρκεια των δύο παγκόσµιων πολέµων, και η άνοδος λαϊκών δηµαγωγών όπως ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι καθώς και των µιµητών τους, που µέχρι και τις µέρες µας υποστηρίζουν ότι «Το Κράτος είµαι Εγώ».
Συνεπώς, κάθε έθνος είχε µια γκάµα πολιτικών όλων των πεποιθήσεων που υποστήριζαν την ευρωπαϊκή ενότητα από κάθε άποψη: οικονοµική, κοινωνική, διοικητική και, βεβαίως, πολιτική.
Περιττό να αναφερθεί ότι στις προσπάθειες για την ενοποίηση που προωθήθηκαν από τους πολιτικούς έχουµε ένα µεγάλο πλήθος αξιωµατούχων στις Βρυξέλλες, οι οποίοι εκδίδουν διατάγµατα σχετικά µε το ποιές ποικιλίες σπόρων λαχανικών ή ποια συστατικά των χάρµπουγκερ ή του παγωτού µπορούν να πωλούνται στα καταστήµατα των κρατών-µελών. Οι εφηµερίδες µε χαρά δηµοσιεύουν όλες αυτές τις κοινοτοπίες. Ο Τύπος δίνει πολύ µικρότερη σηµασία σε µια άλλη εκδοχή της πανευρωπαϊκής ιδέας που εξελίχθηκε µε αφετηρία τις απόψεις που εκφράστηκαν στο Στρασβούργο από ανθρώπους µε αντιλήψεις που καλύπτουν όλο το πολιτικό φάσµα. Οι τελευταίοι διεκδίκησαν τη δηµιουργία µιας Ευρώπης των Περιφερειών, τολµώντας να υποστηρίξουν ότι το εθνικό κράτος αποτέλεσε ένα φαινόµενο που εµφανίζεται από το δέκατο έκτο έως το δέκατο ένατο αιώνα, το οποίο δεν θα είχε κανένα χρήσιµο µέλλον στον 21ο αιώνα. Το επερχόµενο ιστορικό διοικητικό µοντέλο µέσα σε µια οµόσπονδη Ευρώπη που πασχίζουν να ανακαλύψουν θα αφορά σε µια σύνδεση µεταξύ, ας πούµε, της Καλαβρίας, της Ουαλίας, της Ανδαλουσίας, της Ακουϊτανίας, της Γαλικίας ή της Σαξονίας ως περιφερειών µάλλον, παρά ως εθνών, που αναζητούν την περιφερειακή τους ταυτότητα, σε οικονοµικό και πολιτιστικό επίπεδο, την οποία είχαν χάσει µε την ενσωµάτωσή τους στο εθνικό κράτος, όπου το κέντρο βάρους βρίσκεται αλλού.
Μέσα στη µεγάλη παλίρροια του εθνικισµού το δέκατο ένατο αιώνα υπήρξε µια χούφτα προφητικών και αιρετικών φωνών που προέβαλλαν ένα διαφορετικό φεντεραλισµό. Είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό το γεγονός ότι εκείνοι των οποίων τα ονόµατα ακόµη µνηµονεύονται, ήταν οι τρεις γνωστότεροι αναρχικοί διανοητές εκείνου του αιώνα: ο Πιερ-Ζόζεφ Προυντόν, ο Μιχαήλ Μπακούνιν και ο Πιοτρ Κροπότκιν. Κατά την εξέλιξή της στον εικοστό αιώνα, η πολιτική αριστερά εξέλαβε την κληρονοµιά τους ως άσχετη και την απέρριψε. Τόσο το χειρότερο για την αριστερά, αφού άνοιξε ο δρόµος προς όφελος της δεξιάς που κατόρθωσε να επιβάλλει τη δική της ατζέντα τόσο για το ζήτηµα του φεντεραλισµού όσο και για εκείνο του περιφερισµού (regionalism). Ας ακούσουµε, έστω για λίγο, εκείνους τους αναρχικούς πρόδροµους.

Ο Προυντόν
Πρώτος ήταν ο Προυντόν που αφιέρωσε δύο από τις ογκώδεις εργασίες του στην ιδέα της οµοσπονδίας σε αντίθεση µε εκείνη του έθνους-κράτους. Αυτές ήταν Η Οµοσπονδία και η Ένωση στην Ιταλία του 1862 και τον επόµενο χρόνο το βιβλίο του Για την Αρχή της Οµοσπονδίας.
Ο Προυντόν ήταν πολίτης ενός ενοποιηµένου, συγκεντρωτικού έθνους-κράτους, µε αποτέλεσµα να υποχρεωθεί να διαφύγει στο Βέλγιο. Και ανησυχούσε για την ενοποίηση της Ιταλίας σε πολλά και διάφορα επίπεδα. Στο βιβλίο του Για τη Δικαιοσύνη του 1858 ισχυρίστηκε ότι η δηµιουργία της Γερµανικής Αυτοκρατορίας θα έφερνε µόνο προβλήµατα στους Γερµανούς και στην υπόλοιπη Ευρώπη, επιχειρηµατολογία που ακολούθησε και όσον αφορά την πολιτική της Ιταλίας.
Στο κατώτερο επίπεδο υπήρχε η ιστορία, όπου φυσικοί παράγοντες όπως η γεωλογία και το κλίµα είχαν διαµορφώσει τοπικά έθιµα και στάσεις. «Η Ιταλία», ισχυριζόταν, «είναι οµόσπονδη µέσω του συντάγµατος της επικράτειάς της, της διαφορετικότητας των κατοίκων της, σύµφωνα µε τη φύση της ιδιοφυΐας της, τα ήθη της, την ιστορία της. Είναι οµόσπονδη µε όλο της το είναι, και ήταν έτσι ανέκαθεν… Και µε την οµοσπονδία θα την κάνετε εξίσου και τόσες φορές ελεύθερη όσο και µε το να της δίνετε ανεξάρτητα κράτη». Δεν είναι δικός µου ρόλος να υπερασπιστώ τις υπερβολές του προυντονικού λόγου, αλλά είχε άλλες αντιρρήσεις. Κατανοούσε το λόγο που οι Καβούρ και Ναπολέων Γ΄ είχαν συµφωνήσει να µετατρέψουν την Ιταλία σε µια οµοσπονδία κρατών, αλλά καταλάβαινε επίσης ότι ο Οίκος της Σαβοΐας δεν θα συµβιβαζόταν µε τίποτε λιγότερο από µια συγκεντρωτική συνταγµατική µοναρχία. Πέραν αυτού, δυσπιστούσε έναντι του φιλελεύθερου αντικληρικαλισµού του Ματσίνι, όχι λόγω κάποιας αγάπης προς τον Πάπα, αλλά επειδή αντιλαµβανόταν ότι το σύνθηµα του Ματσίνι «Θεός και λαός» µπορούσε να γίνει αντικείµενο εκµετάλλευσης από οποιονδήποτε δηµαγωγό καταλάµβανε τη διοικητική µηχανή ενός συγκεντρωτικού κράτους. Πίστευε ότι η ύπαρξη αυτού του διοικητικού µηχανισµού αποτελούσε την απόλυτη απειλή για την ατοµική και τοπική ελευθερία. Ο Προυντόν ήταν σχεδόν ο µόνος θεωρητικός του δέκατου ένατου αιώνα που αντιλήφθηκε ότι:
«Φιλελεύθερο σήµερα [το συγκεντρωτικό κράτος] µε µια φιλελεύθερη κυβέρνηση, αύριο θα γίνει µια τροµερή µηχανή κάποιου σφετεριστή δεσπότη. Αποτελεί αέναο πειρασµό για την εκτελεστική εξουσία, µια διαρκή απειλή για τις ανθρώπινες ελευθερίες. Κανένα δικαίωµα, ατοµικό ή συλλογικό, δεν µπορεί να είναι µελλοντικά εξασφαλισµένο. Ο συγκεντρωτισµός µπορεί τότε να αποκληθεί ως ο αφοπλισµός ενός έθνους προς όφελος της κυβέρνησής του…»
Ό,τι γνωρίζουµε για την ιστορία της Ευρώπης, της Ασίας, της Λατινικής Αµερικής και της Αφρικής του εικοστού αιώνα συντείνει προς της υπεράσπιση αυτής της αντίληψης. Ούτε και ο βορειοαµερικανικός τύπος φεντεραλισµού, που τόσο όµορφα αποδόθηκε από τον Τόµας Τζέφερσον, εγγυάται την αποµάκρυνση αυτής της απειλής. Ένας από τους Άγγλους βιογράφους του Προυντόν, ο Έντουαρντ Χάιαµς, σχολιάζει ότι: «Έχει καταστεί προφανές από την εποχή του Δεύτερου Παγκόσµιου Πόλεµου ότι οι πρόεδροι των Ηνωµένων Πολιτειών µπορούν και πράγµατι χρησιµοποιούν την οµοσπονδιακή διοικητική µηχανή µε τρόπο που χλευάζει τη δηµοκρατία». Και ο Καναδός µεταφραστής του παραφράζει το συµπέρασµα του Προυντόν ως εξής:
«Ζητήστε την άποψη των ανθρώπων ως µελών µιας µάζας και θα πάρετε απαντήσεις αλλοπρόσαλλες, ανόητες και βίαιες. Ζητήστε την άποψή τους ως µελών συγκεκριµένων οµάδων µε πραγµατική αλληλεγγύη και µε σαφή χαρακτήρα, και οι απαντήσεις τους θα είναι υπεύθυνες και σοφές. Εκθέστε τους στην πολιτική “γλώσσα” της µαζικής δηµοκρατίας, που αναπαριστά “το λαό” ως ενωµένο και αδιαίρετο και τις µειονότητες ως προδότες, και θα φέρουν τυραννία. Εκθέστε τους τους στην πολιτική γλώσσα του φεντεραλισµού, όπου ο λαός εµφανίζεται σαν ένα διαφοροποιηµένο σύνολο αληθινών ενώσεων, και θα αντισταθούν στην τυραννία µέχρι τέλους».
Αυτή η παρατήρηση αποκαλύπτει µια βαθιά εδραιωµένη κατανόηση της πολιτικής ψυχολογίας. Ο Προυντόν έβγαζε τα συµπεράσµατά του από την εξέλιξη της Ελβετικής Οµοσπονδίας, αλλά η Ευρώπη έχει να επιδείξει και άλλα παραδείγµατα σε µια σειρά εξειδικευµένων πεδίων. Οι Κάτω Χώρες φηµίζονται για τον επιεική χαρακτήρα του ποινικού συστήµατός τους. Η επίσηµη εξήγηση αυτού του γεγονότος είναι η αντικατάσταση το 1886 του Ναπολεόντειου Κώδικα «από έναν γνήσιο ολλανδικό ποινικό κώδικα», βασισµένο σε πολιτισµικές παραδόσεις όπως «η πασίγνωστη ολλανδική “ανοχή” και η τάση να γίνονται αποδεκτές οι αποκλίνουσες µειονότητες». Παραθέτω τον Ολλανδό εγκληµατολόγο Δρ. Βίλλεµ ντε Χάαν, ο οποίος εξηγεί ότι η ολλανδική κοινωνία «παραδοσιακά βασίζεται σε θρησκευτικές, πολιτικές και ιδεολογικές παρά σε ταξικές γραµµές. Οι σηµαντικές θρησκευτικές οµάδες δηµιούργησαν τους δικούς τους κοινωνικούς θεσµούς σε όλες τις µείζονες δηµόσιες σφαίρες. Η διαδικασία αυτή… είναι υπεύθυνη για τη µετατροπή µιας πραγµατιστικής, ανεκτικής γενικής στάσης σε ένα απόλυτο κοινωνικό καθήκον».
Με άλλα λόγια, είναι η διαφορετικότητα και όχι η οµοιογένεια που δηµιουργεί το είδος της κοινωνίας όπου εσύ και εγώ µπορούµε να συνυπάρξουµε πιο άνετα. Και η σύγχρονη ολλανδική συµπεριφορά έχει τη ρίζα της στη διαφορετικότητα των µεσαιωνικών πόλεων-κρατών της Ολλανδίας και της Ζηλανδίας, που εξηγούν, όσο και ο περιφερισµός του Προυντόν, ότι το επιθυµητό µέλλον για όλη την Ευρώπη βρίσκεται στη συνύπαρξη των τοπικών διαφορών.
Τη δεκαετία του 1860 ο Προυντόν άκουγε τις συζητήσεις για µια ευρωπαϊκή συνοµοσπονδία ή για τις Ηνωµένες Πολιτείες της Ευρώπης. Τα σχόλιά του ήταν τα εξής:
«Με αυτό, το µόνο που αντιλαµβάνονται είναι µια συµµαχία όλων των κρατών που υπάρχουν επί του παρόντος στην Ευρώπη, µικρών και µεγάλων, η οποία θα κατευθύνεται υπό την προεδρία ενός µόνιµου Συµβουλίου. Λαµβάνεται ως δεδοµένο ότι κάθε κράτος θα διατηρεί τη µορφή κυβέρνησης που του ταιριάζει καλύτερα. Εφόσον, όµως, κάθε κράτος θα έχει αριθµό ψήφων στο Συµβούλιο ανάλογο του πληθυσµού και της έκτασής του, τα µικρά κράτη σ’ αυτή την υποτιθέµενη συνοµοσπονδία σύντοµα θα ενσωµατωθούν στα µεγάλα…»

Ο Μπακούνιν
Ο δεύτερος από τους µέντορές µου του δέκατου ένατου αιώνα, ο Μιχαήλ Μπακούνιν, αξίζει της προσοχής µας για διάφορους λόγους. Ήταν σχεδόν ο µόνος διανοητής αυτού του αιώνα ο οποίος προέβλεψε τη φρίκη της σύγκρουσης µεταξύ των εθνικών κρατών του εικοστού αιώνα κατά τον Πρώτο και το Δεύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο, καθώς και τη µοίρα του συγκεντρωτικού µαρξισµού στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Το 1867 η Πρωσία και η Γαλλία φαίνονταν να ετοιµάζονται για πόλεµο µε σκοπό την ανάδειξη της αυτοκρατορίας που θα ήλεγχε το Λουξεµβούργο και αυτό το γεγονός, µέσω του πλέγµατος συµφερόντων και συµµαχιών, «απειλούσε να καταπιεί ολόκληρη την Ευρώπη». Ένας Σύνδεσµος για την Ειρήνη και την Ελευθερία συνεδρίασε στη Γενεύη, υποστηριζόµενος από εξέχοντες ανθρώπους, που προέρχονταν από διάφορες χώρες, όπως ο Τζουζέπε Γκαριµπάλντι, ο Βίκτωρ Ουγκώ και ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ. Ο Μπακούνιν άδραξε την ευκαιρία να απευθυνθεί σε αυτό το κοινό και δηµοσίευσε τις απόψεις του υπό τον τίτλο Φεντεραλισµός, Σοσιαλισµός και Αντιθεολογισµός. Το κείµενο αυτό έθετε δεκατρία σηµεία στα οποία, σύµφωνα µε τον Μπακούνιν, το Συνέδριο της Γενεύης ήταν οµόφωνο.
Το πρώτο σηµείο διακήρυττε ότι:
«Προκειµένου να επιτύχουµε το θρίαµβο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στις διεθνείς σχέσεις της Ευρώπης, και να καταστήσουµε τον εµφύλιο πόλεµο µεταξύ των λαών που συνιστούν την ευρωπαϊκή οικογένεια αδύνατο, µόνο ένας δρόµος υπάρχει: η σύσταση των Ενωµένων Πολιτειών της Ευρώπης».
Στο δεύτερο σηµείο του υποστήριζε ότι ο σκοπός αυτός συνεπάγεται ότι τα κράτη θα πρέπει να αντικατασταθούν από περιφέρειες, καθώς, όπως παρατήρησε:
«[…] Ο σχηµατισµός αυτών των Πολιτειών της Ευρώπης δεν θα µπορέσει ποτέ να προκύψει ανάµεσα σε κράτη που συγκροτούνται όπως τα σύγχρονα, λόγω της τερατώδους ανοµοιότητας µεταξύ των διαφόρων εξουσιών τους».
Στο τέταρτο σηµείο του ισχυριζόταν ότι:
«Ακόµη και εάν αυτοαποκαλούνταν δηµοκρατία δεν θα µπορούσε ένα συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό και µιλιταριστικό κράτος να εισχωρήσει σοβαρά σε µια διεθνή οµοσπονδία. Λόγω του συντάγµατός του, το οποίο πάντα θα αποτελεί µια ρητή ή υπόρρητη απάρνηση της εσωτερικής ελευθερίας, αναγκαστικά θα συνεπάγεται την κήρυξη µόνιµου πολέµου και απειλής για τις γειτονικές χώρες».
Κατά συνέπεια, το πέµπτο σηµείο του απαιτούσε:
«[…] Ότι όλοι οι υποστηρικτές της Ένωσης θα πρέπει γι’ αυτό το λόγο να διοχετεύσουν όλες τις ενέργειές τους προς την ανοικοδόµηση των διαφόρων χωρών τους ώστε να αντικαταστήσουν την παλιά οργάνωση που θεµελιωνόταν πάνω στη βία και στην αρχή της εξουσίας µε µια νέα, βασισµένη αποκλειστικά στα συµφέροντα, στις ανάγκες και στις ροπές των λαών, και που θα έχει σαν µοναδική αρχή την ελεύθερη οµοσπονδιοποίηση των ατόµων σε κοµµούνες, των κοµµούνων σε επαρχίες, των επαρχιών σε έθνη και αυτών σε Ενωµένες Πολιτείες, πρώτα της Ευρώπης και στη συνέχεια ολόκληρου του κόσµου».
Έτσι το όραµα µεγάλωνε όλο και περισσότερο, ωστόσο ο Μπακούνιν πρόσεξε ώστε να συµπεριλάβει την αποδοχή της απόσχισης. Το όγδοο σηµείο του διακήρυττε ότι:
«Το γεγονός ότι µια περιφέρεια συναπαρτίζει µια Πολιτεία, έστω και µε εθελοντική προσχώρηση, δεν σηµαίνει σε καµία περίπτωση ότι υποχρεώνεται να παραµείνει δέσµια αυτής για πάντα. Καµία διηνεκής υποχρέωση δεν είναι αποδεκτή στην ανθρώπινη δικαιοσύνη… Το δικαίωµα στην ελεύθερη ένωση και στην εξίσου ελεύθερη απόσχιση είναι πρώτο και κύριο µεταξύ όλων των πολιτικών δικαιωµάτων. Χωρίς αυτό µια συνοµοσπονδία δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά συγκαλυµµένος συγκεντρωτισµός».
Ο Μπακούνιν αναφέρεται µε θαυµασµό στην Ελβετική Συνοµοσπονδία, που, όπως το θέτει, «ασκεί τόσο επιτυχηµένα την οµοσπονδία σήµερα». Ο Προυντόν επίσης θεωρούσε σαφώς ως µοντέλο την ελβετική υπεροχή των κοµµούνων ως µονάδων κοινωνικής οργάνωσης, συνδεδεµένων µέσω των καντονιών µε ένα καθαρά διοικητικό οµοσπονδιακό συµβούλιο. Αλλά και οι δύο θυµούνταν τα γεγονότα του 1848, όταν τα αποσχιστικά καντόνια του Ζόντερµπουντ εξαναγκάστηκαν να αποδεχθούν το νέο σύνταγµα της πλειοψηφίας µε πόλεµο. Έτσι, οι Προυντόν και Μπακούνιν καταδίκαζαν την υπονόµευση του φεντεραλισµού από την αρχή της υποχρεωτικής ένωσης. Με άλλα λόγια, πρέπει να υπάρχει το δικαίωµα στην απόσχιση.

Ο Κροπότκιν
Ακριβώς εξαιτίας του αποκεντρωτικού συντάγµατός της, η Ελβετία ήταν καταφύγιο για αναρίθµητους πολιτικούς πρόσφυγες που προέρχονταν από τις αυτοκρατορίες της Αυστρο-Ουγγαρίας, της Γερµανίας και της Ρωσίας. Ωστόσο, ένας Ρώσος αναρχικός εξορίστηκε ακόµη και από την Ελβετία. Ήταν πολύς, ακόµα και για το Ελβετικό Οµοσπονδιακό Συµβούλιο. Ήταν ο Πιότρ Κροπότκιν, που συνδέει το φεντεραλισµό του 19ου µε την περιφερειακή γεωγραφία του 20ου αιώνα.
Πέρασε τα νιάτα του ως αξιωµατικός του στρατού σε γεωλογικές εξερευνήσεις στις άπω ανατολικές επαρχίες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και η αυτοβιογραφία του µιλάει για την οργή που ένιωσε όταν αντιλήφθηκε πώς η κεντρική διοίκηση και η χρηµατοδότηση κατέστρεφαν οποιαδήποτε βελτίωση των τοπικών συνθηκών, µέσω της άγνοιας, της ανικανότητας και της καθολικής διαφθοράς, καθώς και µέσω της καταστροφής αρχαίων κοινοτικών θεσµών που θα µπορούσαν να επιτρέψουν στους ανθρώπους να αλλάξουν οι ίδιοι τις ζωές τους. Ο πλούσιος γινόταν πλουσιότερος, ο φτωχός γινόταν φτωχότερος και ο διοικητικός µηχανισµός ασφυκτιούσε από την ανία και τις καταχρήσεις.
Παρόµοια φιλολογία επ’ αυτού έχει αναπτυχθεί σε οποιαδήποτε αυτοκρατορία ή έθνος-κράτος, όπως στη Βρετανική και στην Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία, και µπορεί κανείς να διαβάσει πανοµοιότυπα συµπεράσµατα στα γραπτά του Κάρλο Λέβι ή του Ντανίλο Ντόλτσι. Το 1872, ο Κροπότκιν πραγµατοποίησε την πρώτη του επίσκεψη στη Δυτική Ευρώπη και στην Ελβετία όπου µέθυσε από την ατµόσφαιρα της δηµοκρατίας, ακόµη και της αστικής. Ο βιογράφος του Μάρτιν Μίλερ εξηγεί τον τρόπο µε τον οποίο αυτό το γεγονός αποτέλεσε καµπή για τη ζωή του:
«Οι συναντήσεις και οι συζητήσεις του Κροπότκιν µε τους εργάτες στους χώρους εργασίας τους αποκάλυψαν το είδος της αυθόρµητης ελευθερίας, χωρίς την εξουσία και την κατεύθυνση εκ των άνω, το οποίο είχε ονειρευτεί. Αποµονωµένοι και αυτάρκεις, οι ωρολογοποιοί της Γιούρα εντυπωσίασαν τον Κροπότκιν ως ένα παράδειγµα που θα µπορούσε να µετασχηµατίσει την κοινωνία, αν επιτρεπόταν σε µια τέτοια κοινότητα να αναπτυχθεί σε µεγάλη κλίµακα. Δεν είχε καµία αµφιβολία ότι µια τέτοια κοινότητα θα πετύχαινε, επειδή δεν υπήρχε ζήτηµα επιβολής ενός τεχνητού “συστήµατος”, όπως στην περίπτωση του εγχειρήµατος του Μουράβιεφ στη Σιβηρία, αλλά επρόκειτο για µια οργάνωση που επέτρεπε στους εργάτες να λειτουργούν σύµφωνα µε τα συµφέροντά τους, επιτρέποντας την ανάπτυξη της φυσικής δραστηριότητάς τους».
Αυτή η στιγµή ήταν καθοριστικής σηµασίας για τη ζωή του. Κατά µια έννοια, το υπόλοιπο της ζωής του το αφιέρωσε στη συλλογή τεκµηρίων για τον αναρχισµό, το φεντεραλισµό και τον περιφερισµό.
Θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι η προσέγγιση που ανέπτυξε αποτελεί απλώς ένα ακαδηµαϊκό ζήτηµα ιστορίας. Για να το αποδείξω αυτό, αρκεί να αναφερθώ στη µελέτη του Καµίλο Μπερνέρι, Μια Ρωσική Οµοσπονδία, Πέτρος Κροπότκιν, που δηµοσιεύτηκε το 1922. Ο Μπερνέρι παραθέτει την «Επιστολή προς τους Εργάτες της Δυτικής Ευρώπης», την οποία ο Κροπότκιν επέδωσε στην πολιτικό του Βρετανικού Εργατικού Κόµµατος Μάργκαρετ Μπόντφηλντ, τον Ιούνιο του 1920. Σε αυτήν έγραφε:
«Η Αυτοκρατορική Ρωσία πέθανε και δεν πρόκειται να αναβιώσει. Το µέλλον των διαφόρων επαρχιών που συνέθεταν την Αυτοκρατορία θα κατευθυνθεί προς µια µεγάλη οµοσπονδία. Οι φυσικές επικράτειες των διαφόρων τµηµάτων αυτής της οµοσπονδίας µε κανέναν τρόπο δεν είναι διακριτές από εκείνες τις οποίες ήδη γνωρίζουµε από την ιστορία, την εθνογραφία και την οικονοµική ζωή της Ρωσίας. Οποιεσδήποτε προσπάθειες συγκέντρωσης των συστατικών τµηµάτων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, όπως της Φινλανδίας, των Βαλτικών επαρχιών, της Λιθουανίας, της Ουκρανίας, της Γεωργίας, της Αρµενίας, της Σιβηρίας και των υπολοίπων κάτω από µια κεντρική εξουσία είναι καταδικασµένες σε βέβαιη αποτυχία. Το µέλλον της οντότητας που υπήρξε η Ρωσική Αυτοκρατορία κατευθύνεται προς ένα φεντεραλισµό ανεξάρτητων µονάδων».
Εσείς κι εγώ, σήµερα, µπορούµε να αντιληφθούµε την επικαιρότητα αυτής της άποψης, παρότι αγνοήθηκε ως εντελώς ανυπόστατη για εβδοµήντα χρόνια. Ως εξόριστος στη Δυτική Ευρώπη, ο Κροπότκιν είχε άµεση επαφή µε ένα φάσµα πρωτοπόρων της σκέψης περί περιφερειών. Η σχέση µεταξύ του περιφερισµού και του αναρχισµού περιγράφηκε λεπτοµερώς σε όλη της την έκταση -ή ακόµη και την υπερβολή- από τον Πήτερ Χωλ, γεωγράφο και διευθυντή του Ινστιτούτου Αστικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια, στο βιβλίο του Πόλεις του Αύριο (1988). Ο ίδιος ο Ελυζέ Ρεκλύ, αναρχικός γεωγράφος και σύντροφος του Κροπότκιν, υποστήριζε τις µικρής κλίµακας ανθρώπινες κοινωνίες, βασισµένες στην οικολογία των περιοχών τους. Ο Πωλ Βιντάλ ντε λα Μπλανς, ένας άλλος ιδρυτής της Γαλλικής γεωγραφίας, υποστήριζε ότι «η περιφέρεια ήταν κάτι περισσότερο από ένα αντικείµενο µελέτης, καθώς προµήθευε τη βάση για την ολοκληρωτική ανοικοδόµηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής». Για τον Βιντάλ, όπως εξηγεί ο καθηγητής Χωλ, όχι το έθνος αλλά η περιφέρεια «ως η κινητήρια δύναµη της ανθρώπινης ανάπτυξης, µιας σχεδόν αισθησιακής αµοιβαιότητας µεταξύ των ανδρών και των γυναικών καθώς και του περιβάλ­λοντός τους, ήταν η έδρα της νοητής ελευθερίας και το βασικό κίνητρο της πολιτισµικής εξέλιξης, που δέχθηκε επίθεση και διαβρώθηκε από το συγκεντρωτικό έθνος-κράτος και τη µεγάλης κλίµακας βιοµηχανία».

Ο Πάτρικ Γκέντες
Τέλος, ήταν ο έξοχος Σκοτσέζος βιολόγος Πάτρικ Γκέντες, ο οποίος προσπάθησε να συνθέσει όλες αυτές τις ιδέες περί περιφερισµού, είτε γεωγραφικές, κοινωνικές, ιστορικές, πολιτικές είτε οικονοµικές, σε µια λογικά θεµελιωµένη ιδεολογία για τις περιφέρειες, γνωστής στους περισσότερους από εµάς µέσω του έργου του µαθητή του, Λιούις Μάµφορντ. Ο καθηγητής Χωλ υποστηρίζει ότι:
«Πολλά από τα αρχικά οράµατα, αν και όχι όλα, του πολεοδοµικού κινήµατος απορρέουν από το αναρχικό κίνηµα, που άκµασε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα… Το όραµα εκείνων των αναρχικών πρωτοπόρων δεν αφορούσε απλώς έναν εναλλακτικό τρόπο σχεδιασµού, αλλά µια εναλλακτική κοινωνία, ούτε καπιταλιστική ούτε γραφειοκρατική-σοσιαλιστική: µια κοινωνία βασισµένη στην εθελοντική συνεργασία µεταξύ ανδρών και γυναικών που ζουν κι εργάζονται σε µικρές, αυτοδιοικούµενες κοινότητες».

Σήµερα
Σήµερα, στα τελευταία χρόνια του 20ού αιώνα, συµµερίζοµαι αυτό το όραµα. Εκείνοι οι αναρχικοί διανοητές του 19ου αιώνα βρίσκονταν εκατό χρόνια µπροστά από τους συγκαιρινούς τους, καθώς προειδοποίησαν τους λαούς της Ευρώπης για τις συνέπειες της απόρριψης των προσεγγίσεων του φεντεραλισµού και του περιφερισµού. Έχοντας επιζήσει από κάθε είδους καταστροφική εµπειρία του 20ου αιώνα, οι κυρίαρχοι των εθνικών κρατών της Ευρώπης κατεύθυναν τις πολιτικές τους προς διάφορους τύπους υπερεθ­νικής ύπαρξης. Το κρίσιµο ερώτηµα που αντιµετωπίζουν είναι αν µπορούν να συλλάβουν µια Ευρώπη των Κρατών ή µια Ευρώπη των Περιφερειών.
Ο Προυντόν, 130 χρόνια πριν, συσχέτισε αυτό το ζήτηµα µε την ιδέα µιας ευρωπαϊκής ισορροπίας δυνάµεων, που αποτελεί το στόχο των κρατικών αξιωµατούχων και των πολιτικών θεωρητικών, και υποστήριξε ότι κάτι τέτοιο «είναι αδύνατο να πραγµατοποιηθεί µεταξύ δυνάµεων µε ενιαία συντάγµατα». Στο Η Οµοσπονδία και η Ενότητα στην Ιταλία έγραψε ότι «το πρώτο βήµα προς την αναµόρφωση του δηµοσίου δικαίου στην Ευρώπη» ήταν «η αποκατάσταση των συνοµοσπονδιών στην Ιταλία, στην Ελλάδα, στις Κάτω Χώρες, στη Σκανδιναβία και στις παραδουνάβιες περιοχές, ως ένα προοίµιο για την αποκέντρωση των µεγάλων κρατών και συνεπώς για το γενικό αφοπλισµό». Επιπλέον, στο Για την Αρχή της Οµοσπονδίας επισήµανε ότι «µεταξύ των Γάλλων δηµοκρατών έχει γίνει µεγάλη συζήτηση για την ευρωπαϊκή συνοµοσπονδία ή τις Ενωµένες Πολιτείες της Ευρώπης. Με αυτό φαίνεται ότι εννοούν µια συµµαχία όλων των κρατών που υπάρχουν σήµερα στην Ευρώπη, µικρών ή µεγάλων, προεδρευοµένων από ένα µόνιµο Συµβούλιο». Υποστήριξε ότι µια τέτοια οµοσπονδία είτε θα ήταν άνευ ουσίας είτε θα αποτελούσε παγίδα, για τον προφανή λόγο ότι τα µεγάλα κράτη θα κυριαρχούσαν στα µικρά.
Έναν αιώνα αργότερα, ο οικονοµολόγος Λέοπολντ Κορ (Αυστριακός εκ καταγωγής, Βρετανός στην υπηκοότητα, Ουαλός από επιλογή), ο οποίος επίσης αυτοπροσδιορίζεται ως αναρχικός, δηµοσίευσε το βιβλίο του Η Κατάλυση των Εθνών, στο οποίο εξυµνεί τις αρετές των κοινωνιών µικρής κλίµακας και υποστηρίζει εκ νέου ότι τα προβλήµατα της Ευρώπης εγείρονται από την ύπαρξη του έθνους-κράτους. Επιδοκιµάζοντας για µια ακόµη φορά την Ελβετική Συνοµοσπονδία, ισχυρίστηκε, χρησιµοποιώντας χάρτες, ότι «το πρόβληµα της Ευρώπης –καθώς και οποιασδήποτε οµοσπονδίας– αφορά στη διαίρεση και όχι στην ένωση».
Ωστόσο, για να είµαστε δίκαιοι πρέπει να αναφέρουµε ότι οι υπέρµαχοι µιας ενωµένης Ευρώπης ανέπτυξαν µια αρχή «επικουρικότητας», µε το επιχείρηµα ότι οι κυβερνητικές αποφάσεις δεν θα πρέπει να λαµβάνονται στους υπερεθνικούς θεσµούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά κατά προτίµηση στις περιφερειακές ή τοπικές διοικητικές βαθµίδες, αντί των εθνικών κυβερνήσεων. Αυτή η συγκεκριµένη αρχή υιοθετήθηκε από το Συµβούλιο της Ευρώπης, το οποίο κάλεσε τις εθνικές κυβερνήσεις να ενστερνιστούν τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτοδιοίκησης, «ώστε να επισηµοποιηθεί η δέσµευση στην αρχή, σύµφωνα µε την οποία οι λειτουργίες διακυβέρνησης θα πρέπει να λαµβάνουν χώρα στο χαµηλότερο δυνατό επίπεδο και να µεταφέρονται σε υψηλότερο µόνο εάν υπάρχει συναίνεση».
Η αρχή αυτή αποτελεί έναν ασυνήθιστο φόρο τιµής στους Προυντόν, Μπακούνιν και Κροπότκιν και στις απόψεις που αυτοί µόνο διατύπωσαν (µε εξαίρεση ορισµένους ενδιαφέροντες Ισπανούς διανοητές, όπως οι Pi y Margall ή Joaquin Costa), αλλά φυσικά θα είναι µεταξύ των πρώτων αρχών της πανευρωπαϊκής ιδεολογίας που οι εθνικές κυβερνήσεις θα επιλέξουν να αγνοήσουν. Υπάρχουν προφανείς διαφορές µεταξύ των διαφόρων εθνών-κρατών σε αυτό το ζήτηµα. Σε πολλά από αυτά –παραδείγµατος χάριν στη Γερµανία, Ιταλία, Ισπανία ακόµη και στη Γαλλία– ο κυβερνητικός µηχανισµός είναι απείρως περισσότερο αποκεντρωµένος από όσο πριν από πενήντα χρόνια. Το ίδιο µπορεί σύντοµα να αποτελεί πραγµατικότητα και για τη Σοβιετική Ένωση. Αυτή η αποκέντρωση µπορεί να µην εξελίχθηκε µε το ρυθµό που θα θέλαµε εµείς, και µε χαρά θα συµφωνήσω στο ότι οι ιδρυτές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πέτυχαν τον αρχικό τους στόχο της παύσης των παλιών εθνικών ανταγωνισµών και κατέστησαν τους µελλοντικούς πολέµους στη Δυτική Ευρώπη αδιανόητους. Αλλά απέχουµε πολύ ακόµη από µία Ευρώπη των Περιφερειών.
Ζω σε αυτό που έχει εξελιχθεί ως το πιο συγκεντρωτικό κράτος στη Δυτική Ευρώπη, όπου η κυριαρχία της κεντρικής κυβέρνησης αντί να µειωθεί έχει αυξηθεί ανυπολόγιστα κατά τη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών. Ορισµένοι θα θυµούνται τη ρητορική της Βρετανής πρωθυπουργού το 1988:
«Δεν καθορίσαµε επιτυχώς τα εδαφικά όρια του κράτους στη Βρετανία, µόνο και µόνο για να τα δούµε να επιβάλλονται ξανά σε ευρωπαϊκό επίπεδο, µε ένα ευρωπαϊκό υπερ-κράτος να ασκεί µια νέα κυριαρχία από τις Βρυξέλλες».
Αυτή είναι η γλώσσα της απάτης. Δε σχετίζεται µε την πραγµατικότητα. Και δε χρειάζεται να υποστηρίζεις την Κοµισιόν για να το αντιληφθείς. Ωστόσο, είναι ενδεικτικό της απόστασης που ορισµένοι από εµάς έχουν στο να κατανοήσουν την αλήθεια που εµπεριέχει το σχόλιο του Προυντόν: «Ακόµη και η Ευρώπη θα ήταν πολύ µεγάλη για να διαµορφώσει µία µοναδική συνοµοσπονδία. Θα µπορούσε να αποτελέσει µόνο µια συνοµοσπονδία συνοµοσπονδιών».
Η προειδοποίηση των αναρχικών είναι ακριβώς ότι το εµπόδιο σε µια Ευρώπη των Περιφερειών είναι το έθνος-κράτος. Εάν πρόκειται να ασκήσουµε οποιαδήποτε επιρροή στην πολιτική σκέψη του επόµενου αιώνα, θα πρέπει να προωθούµε την επιχειρηµατολογία για τις περιφέρειες. Το «σκέψου πλανητικά – δράσε τοπικά» είναι ένα από τα πιο χρήσιµα σλόγκαν του παγκόσµιου πράσινου κινήµατος. Το έθνος-κράτος καταλαµβάνει µόνο ένα µικρό τµήµα της ευρωπαϊκής ιστορίας. Θα πρέπει να απελευθερώσουµε τους εαυτούς µας από τις εθνικές ιδεολογίες προκειµένου να δράσουµε τοπικά και να σκεφτούµε περιφερειακά. Και τα δύο θα µας επιτρέψουν να γίνουµε πολίτες όλου του κόσµου, όχι των εθνών ούτε των υπερεθνικών υπερ-κρατών.

µετάφραση: Ελίζα Κολοβού, Γιώργος Φράγκος

Το περιοδικό Ευτοπία ξεκίνησε να εκδίδεται την άνοιξη του 1999. Σε μια εποχή που ακόμα το διαδίκτυο δεν είχε καθοριστικό ρόλο στις ζωές των ανθρώπων, η Ευτοπία αποτελούσε ένα δημόσιο βήμα για την διεύρυνση και παρουσίαση μιας ελευθεριακής κοινωνικής πρότασης μέσα από την προσέγγιση του ελευθεριακού/συνομοσπονδιακού κοινοτισμού. Σήμερα, το περιοδικό είναι η βασική έκφραση των σκέψεων, των επιθυμιών και των προτάσεων μιας κοινότητας και ενός ευρύτερου δικτύου ανθρώπων προς την ενίσχυση της διαμόρφωση καλών τόπων(ευ-τόπος) στο εδώ και στο τώρα. Αρχικά τετραμηνιαία και κατόπιν άτακτη χρονικά ως έκδοση, η Ευτοπία έρχεται σήμερα να αποκτήσει και πάλι τακτικότερη περιοδικότητα, μεγαλύτερη ευρύτητα και δυνατότερη σύνδεση με αγώνες, ανθρώπους και τόπους όπου η έννοια μιας ελευθεριακής κοινοτιστικής προοπτικής βρίσκει ενδιαφέρουσες και πολύμορφες εκφράσεις.

Σημεία διάθεσης των εκδόσεων Ευτοπία
Κεντρικά σημεία διάθεσης
Ευτοπική Βιβλιοθήκη· Θηβών 353, Αιγάλεω (β΄ όροφος)
Καταλαχού· Μαυρομιχάλη 9, Αθήνα (ισόγειο)
Βιβλιοπωλεία
Αθήνα
Αλφειός· Χαριλάου Τρικούπη 22, Αθήνα.
Βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων των Συναδέρφων· Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια.
Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο· Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια
Ναυτίλος· Χαριλάου Τρικούπη 28, Αθήνα
Τέλειος Κύκλος· Ανδρέου Μεταξά 12, Εξάρχεια
Θεσσαλονίκη
Ακυβέρνητες Πολιτείες· Αλ. Σβώλου 28, κέντρο
Το Κεντρί· Δημητρίου Γούναρη 22, κέντρο

[:]
By | 2018-02-13T18:39:32+00:00 Φεβρουάριος 12th, 2018|Μη κατηγοριοποιημένο|0 Comments

About the Author:

Leave A Comment