Περιεχόμενα
του Τεύχους 15

Για τον αδέσμευτο κοινοτικό αγώνα στο Ζαγκλιβέρι Θεσσαλονίκης και πέριξ

Για τον αδέσμευτο κοινοτικό αγώνα στο Ζαγκλιβέρι Θεσσαλονίκης και πέριξ
Κείμενο

Από το 2003, μια πρωτοβουλία εργαζόμενων του Κέντρου Υγείας Ζαγκλιβερίου Θεσσαλονίκης και των Περιφερειακών του Ιατρείων, ξεκίνησε ως «Σύσκεψη Εργαζομένων» μια δραστηριότητα με στόχους τη βελτίωση των εργασιακών σχέσεων, τη στελέχωση και τον εξοπλισμό των παραπάνω δομών. Αυτό προκάλεσε τριγμούς τόσο σε επίπεδο τοπικής εξουσίας και διοίκησης όσο και στο θεσμικό φορέα που υπάγονται και ιδιαίτερα όταν οι διεκδικήσεις αυτές υιοθετήθηκαν από ένα σεβαστό αριθμό κατοίκων, οι οποίοι άρχισαν να κινητοποιούνται παράλληλα . Με αφορμή μια σκηνοθετημένη δυσλειτουργία του Κέντρου Υγείας και την επιτόπια συνεννοημένη πρωινή εκπομπή πανελλαδικής εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού, ξεκίνησε μια διαδικασία διώξεων των μελών της Σύσκεψης από όργανα του επίσημου θεσμού της υγείας. Έτσι, το καλοκαίρι του 2006 και ύστερα από την πρωτοφανή και αναίτια μη επαναπρόσληψη δυο μελών της Σύσκεψης Εργαζομένων, γεγονός που συμπλήρωνε έναν διαρκή πόλεμο εκ μέρους της διοίκησης, ένα μεγάλο ρεύμα κατοίκων από τα χωριά που εξυπηρετούνταν από το Κέντρο Υγείας και τα Περιφερειακά Ιατρεία ξεσηκώθηκε, διεξάγοντας αγώνες βάσης με στόχο την επαναπρόσληψή τους και τη βελτίωση της παρεχόμενης πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Ο αγώνας ήταν νικηφόρος αφού πέτυχαν το πρώτο, ικανοποιήθηκαν αιτήματα για τη βελτίωση των δομών και συνεχίζονται οι διεκδικήσεις, ενώ στέκονται αλληλέγγυοι στη βιομηχανία διώξεων προς 7 μέλη της Σύσκεψης, τα οποία συνεχίζουν να διώκονται με προσχηματικές και ανυπόστατες κατηγορίες με το ερωτηματικό της απόλυσης.

Περισσότερες πληροφορίες στο http://prwtov-zagkliv.blogspot.com
Για επικοινωνία στο pigerak@yahoo.gr

Από το καλοκαίρι του 2006, το Ζαγκλιβέρι Θεσσαλονίκης ιδιαίτερα, αλλά και οι γύρω περιοχές, η Γερακαρού, το Αδάμ, το Καλαμωτό, τα Σανά, τα Δουμπιά και το Βασιλούδι, έγιναν πιο γνωστές από τον αγώνα που ένα πλειοψηφικό τοπικό ρεύμα πραγματοποίησε ο οποίος είχε αιχμές: α)τη βελτίωση στις δομές περίθαλψης και β)τη συμπαράσταση στους διωκόμενους αγωνιστές-εργαζόμενους στο Κέντρο Υγείας Ζαγκλιβερίου και στα Περιφερειακά Ιατρεία της ευρύτερης περιοχής. Ο αγώνας αυτός, που κορυφώθηκε το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου, δημοκρατικός και νικηφόρος, αποκάλυψε σε όλους και όλες μας τις δυνατότητες που έχουν οι τοπικές κοινωνίες να ασκήσουν πολιτική διεξάγοντας κινητοποιήσεις βάσης, έχοντας ως προμετωπίδα ένα και μοναδικό ζήτημα, εν προκειμένω το ζήτημα της υγείας. Οι συνελεύσεις, οι τοπικές επιτροπές αγώνα, οι αποφάσεις για κινητοποιήσεις κατάφεραν να τοποθετήσουν στο προσκήνιο της πολιτικής τους ίδιους τους πολίτες της ευρύτερης περιοχής.
Ήταν και, ενδεχομένως, συνεχίζει να είναι ένας αγώνας πολυδιάστατος:
α)Πρόβαλε ένας άλλος, με μη επίσημα τυπικά χαρακτηριστικά, συνδικαλισμός, που ξεφεύγοντας από τα στενά όρια της συντεχνίας, ως «Σύσκεψη Εργαζομένων στο Κ.Υ. και στα Π.Ι.»,κατάφερε να συνενώσει εργαζόμενους (ιατρικό, νοσηλευτικό και βοηθητικό προσωπικό) που επισήμως εκπροσωπούνται από διαφορετικούς κλάδους, ενώ αποφασιστικά ξεπερνώντας το στενό εργασιακό συμφέρον ταυτίστηκε με αιτήματα που αφορούν την καλύτερη εξυπηρέτηση της κοινότητας στις υποδομές υγείας ανοίγοντας με πρωτοβουλία της, μέσω συγκεντρώσεων, το πρόβλημα στην κοινότητα. Η δράση αυτή που απέκλειε την ανάδυση αντιπροσώπων-γραφειοκρατών, στη συνέχεια αναγνωρίστηκε κι από κάποια λίγα επίσημα συνδικάτα, είτε μέσω της αλληλεγγύης στους διωκόμενους, είτε μέσω της αλληλεγγύης συνολικά στον αγώνα που διεξήγαγε. Αυτό σημαίνει ότι και σε κάποιους εργασιακούς χώρους άνοιξε μια συζήτηση που αφορά τουλάχιστον τη σημερινή πολυδιάσπαση των εργαζομένων, σοβαρό ζήτημα που σχετίζεται με την κρίση του συνδικαλισμού.
β)Ξεπεράστηκαν, στην πράξη, οι τοπικοί πολιτικοί παράγοντες αφού οι συνελεύσεις και οι τοπικές επιτροπές κατοίκων ήταν τα πιο αποφασιστικά όργανα του αγώνα. Είτε διότι καταρρεύσαν, ανίκανοι, μπροστά στα μάτια τους είτε διότι η κινητοποίηση δεν τους άφηνε πολλά περιθώρια, δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτούς παρά, κυρίως, στο τι μπορούν να κάνουν οι ίδιοι οι κάτοικοι. Έτσι, τόσο οι υποψήφιοι στην τοπική αυτοδιοίκηση που έθεσαν προεκλογικά ως πρώτιστο ζήτημα την υγεία, όσο και τοπικοί βουλευτές με επερώτηση στη Βουλή και παραστάσεις που προσπάθησαν να εμβάλλουν, δεν κατάφεραν να έχουν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι πορείες, οι διαδηλώσεις, οι παραστάσεις, αποτέλεσμα όλης αυτής της βραχύχρονης προσπάθειας, ήταν αυτές που καθόρισαν τις θετικές εξελίξεις. Το Δημόσιο, ως αυτό που ανήκει στους καταπιεσμένους που το διεκδικούν από το κράτος, αχνοφάνηκε στον ορίζοντα.
γ)Μια από τις βασικές αρχές της Σύσκεψης Εργαζομένων, ήταν ότι οι άμεσες και εποικοδομητικές σχέσεις-ισότιμες σχέσεις εμπιστοσύνης ήταν αυτές που θα έδιναν τον τόνο στην πληροφόρηση για το τι συμβαίνει με τον αγώνα στο Ζαγκλιβέρι. Με αυτόν τον τρόπο εκτυλίχθηκαν, πέρα από την ίδια την κοινότητα των χωριών, δράσεις αλληλεγγύης στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και στη Χαλκίδα, αλλά και αλλού, όπου έγινε γνωστός αυτός ο αγώνας, προκαλώντας έναν πηγαίο προβληματισμό. Σε όλη την Ελλάδα τα γεγονότα, όπου έγιναν γνωστά, ήταν μέσω ενός αυτόνομου δικτύου ριζοσπαστών και ενεργών πολιτών που συγκινήθηκαν από αυτόν τον κοινοτικό αγώνα. Η όποια τηλεοπτική ή άλλου είδους «επίσημη» κάλυψη δεν ήταν κάτι που επιδιώχθηκε αλλά ένα γεγονός που προέκυψε, πάντα, ακολουθώντας. Έτσι, η εδώ και χρόνια αντιθετική λογική «μακριά από τα ΜΜΕ», που αποτελούσε έναν μόνιμο βραχνά αντιπαράθεσης στον ευρύτερο ριζοσπαστικό χώρο, έδωσε τη θέση της σε μια εναλλακτική αντιπληροφόρηση με πολύ σημαντικά αποτελέσματα. Δεν είναι τυχαίο ότι και κάτοικοι-μέλη των επιτροπών αντιλήφθηκαν, στην εξέλιξη, βλέποντας τη διαστρέβλωση του αγώνα τους από τα τοπικά και εθνικά ΜΜΕ, ότι δεν έχει νόημα να τρέχουν πίσω από δημοσιογράφους «για να μας κάνουν θέμα».
δ)Το ζήτημα των μεταναστών μπήκε στην πιο γνήσια μορφή του αφού με δίγλωσσες αφίσες, καλούνταν να συμμετέχουν στις συγκεντρώσεις και στις συνελεύσεις του τόπου. Μακριά από κάθε πατερναλιστική λογική κηδεμονίας «για τους μετανάστες» κι όχι «με τους μετανάστες», η Σύσκεψη Εργαζομένων, έκανε πράξη το αυτονόητο. Δεν είναι τυχαίες οι επιθέσεις από «αγανακτισμένους» που δέχτηκαν μέλη της ούτε το γεγονός ότι μια από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι διωκόμενοι εργαζόμενοι είναι αυτή της «προσβολής του εθνικού αισθήματος».
ε)Ξεπεράστηκε στην πράξη η θέση του «ειδικού» και του «άσχετου» αφού εργαζόμενοι στις υποδομές υγείας και κάτοικοι από την περιοχή συμμετείχαν στην κατάκτηση πραγματικών πολιτικών δικαιωμάτων, υπερβαίνοντας τα στεγανά και τα στερεότυπα των κοινωνικών ρόλων.
στ)Το ζήτημα της υγείας άνοιξε στην κοινότητα, αν και όχι στο σύνολό του αλλά με βάση, έστω, μια κοινή γενική κατεύθυνση για την παροχή δωρεάν πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Έτσι, το «καθολική, δημόσια και δωρεάν υγεία» που αποτελεί μια προμετωπίδα ενός ευρύτερου χώρου αγώνα (όσο κι αν χρειάζεται μια εμπεριστατωμένη συζήτηση για το Δημόσιο, ως βίαια απαλλοτριωμένο από το Κράτος χώρο) τέθηκε τουλάχιστον στην πράξη και αποτελεσματικά.
ζ)Αυτό που ειπώθηκε σε πολλές συγκεντρώσεις ενημέρωσης και αλληλεγγύης, ότι η καλύτερη συμπαράσταση και έκφραση αλληλεγγύης δεν είναι παρά «να κάνεις τον αντίστοιχο αγώνα εκεί που ζεις και εργάζεσαι» θέτει τη βάση ότι ο αγώνας αυτός είναι και μπορεί να είναι παντού. Ότι, δηλαδή, στο Ζαγκλιβέρι δεν ζουν τα εξωτικά πλάσματα που απλά αξίζει να συμπαρασταθούμε αλλά να προχωρήσουμε σε ανάλογες δράσεις εκεί που ζούμε εμείς.
η)Ο αγώνας αυτός έσμιξε την κοινότητα, δημιούργησε ένα νέο αυθεντικό κοινωνικό ιστό. Έτσι δεν υπάρχουν μόνο οι ιστορικές αναφορές,
οι κοινές μνήμες συμβίωσης από τη νεανική ηλικία, τα συμβάντα που αφορούν οριακά γεγονότα (γεννήσεις, βαφτίσεις, γάμοι, κηδείες κλπ.), αθλητικές εκδηλώσεις, θρησκευτικά πανηγύρια και μόνο αυτά. Ο αγώνας δένει την κοινότητα και σε πολλές περιπτώσεις επανακαθορίζει και επανασημασιοδοτεί τους δεσμούς της. Αυτό συνέβη και στο Ζαγκλιβέρι και ο αγώνας που έγινε, δημιούργησε ένα ρεύμα σε ρήξη με αντιλήψεις και με πρόσωπα, αυτά κυρίως που έχουν ή διεκδικούν κοινωνικά, πολιτικά ή οικονομικά μεγάλο μερίδιο στη διαχείριση των τοπικών πεπραγμένων. Έτσι σχηματίστηκε ένα σώμα πολιτών που αγωνίστηκε, δημιούργησε ή τόνωσε δεσμούς αλληλεγγύης, ενώ οι γυναίκες σε κάποιες περιπτώσεις, αυτές που κυρίως τρέχουν για τις συνταγές και για τις αρρώστιες των παιδιών, προωθήθηκαν στον αγώνα ξεπερνώντας τον κατεστημένο τους ρόλο: της τροφού των παιδιών και της νοικοκυράς.
 
Έτσι αυτός ο αγώνας διεκδίκησης καλύτερης φροντίδας για την υγεία και συμπαράστασης στις διώξεις των εργαζομένων (δες Παράρτημα 1), κατάφερε να θέσει και στο επίκεντρο του ελευθεριακού προβληματισμού για τον κοινοτισμό, προτάσεις και ερωτήματα που απασχόλησαν, απασχολούν και θα συνεχίζουν να απασχολούν όσους και όσες αγωνίζονται για την υπέρβαση της υπάρχουσας θεσμικής και κοινωνικής πραγματικότητας ή προσεγγίζουν και προτείνουν εναλλακτικές ως προς το ιεραρχικό/εκμεταλλευτικό κοινωνικό σύστημα λύσεις. Δηλαδή το πώς μπορεί να συμβαδίζει η διεκδίκηση με ένα ριζοσπαστικό αγώνα, το πώς η δράση μιας μειοψηφικής ομάδας μπορεί να γίνει το έναυσμα για μια πλειοψηφική διεκδίκηση, το πώς το μερικό συνδέεται με το συνολικό ζήτημα, το πώς μπορούν να συνεργαστούν άνθρωποι από διαφορετικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς χώρους σε μια πολιτική «από τα κάτω», το πώς ο λαός μπορεί να γίνεται ο βασικός παράγοντας πολιτικής, πώς γίνεται στην πράξη ο κοινωνικός μετασχηματισμός. Ερωτήματα δηλαδή που όταν τίθενται και μάλιστα χωρίς αντικείμενο τείνουν να γίνονται ρητορικά, αφού οι ιδέες για την αλλαγή του κόσμου παραμένουν μακριά από τον φορέα της αλλαγής.
Ζούμε ούτως ή άλλως σε μια αδιανόητη κατάσταση και η λαϊκή διεκδίκηση του αυτονόητου αποκτά πολύ σοβαρές διαστάσεις. Αυτό συνέβη στο Ζαγκλιβέρι, κι αν τα γεγονότα μπορούν να γίνουν γνωστά, κι αν σε τοπικό επίπεδο η κοινωνική αυτή κατάσταση παραμένει σε εξέλιξη, έχουμε και εμείς τη δυνατότητα, όσοι τουλάχιστον αποβλέπουμε στην πραγματική βελτίωση της ζωής μας με αγώνες που η πιο οραματική τους πτυχή φτάνει στην κοινωνική δικαιοσύνη, την ισότητα και την ελευθερία, να εκτιμήσουμε αυτόν τον αγώνα, να τον συγκρίνουμε με άλλους, να τον τοποθετήσουμε στην εποχή του και σαφώς να δούμε τα όριά του. Αυτή η αναζήτηση και μάλιστα με ένα αντικείμενο πολύ χειροπιαστό, είναι πολυσήμαντη και ιδιαίτερα για όσους θέτουν τον κοινοτικό αγώνα ως βασικό κύτταρο για την εξέλιξη του παρόντος σε ένα μέλλον κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης.

ΤΟ ΧΩΡΙΟ, Ο «ΧΩΡΟΣ», Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ…

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Μιλάμε για την επαρχία η οποία -όχι άδικα- φημίζεται για κινητοποιήσεις υπέρ αγαπητών στο «ποίμνιο» κληρικών που μεταθέτονται «άδικα» από τους μητροπολίτες σε άλλες ενορίες, για κινητοποιήσεις ενάντια στην εγκατάσταση μονάδων κοινωνικής επανένταξης (για ψυχασθενείς, εξαρτημένους κλπ.), για κινητοποιήσεις ενάντια σε μετανάστες, για κινητοποιήσεις ενάντια σε εκπαιδευτικούς που «προκαλούν το δημόσιο αίσθημα» αλλά και για κινητοποιήσεις στη βάση τοπικών ή γενικών προβλημάτων όπως π.χ. το αγροτικό, για το οδικό δίκτυο, σχεδόν πάντοτε ενορχηστρωμένες είτε από τις τοπικές αρχές είτε από τοπικές βάσεις κομμάτων, είτε από παράγοντες που εν τέλει μπορούν να συσσωρεύσουν από αυτές οικονομικά και κυριαρχικά οφέλη. Επίσης δεν είναι τυχαίο ότι στις μέρες μας σύσσωμο το πολιτικό σύστημα όπως π.χ. στην Αμάρυνθο, υπεραμύνεται κατακτήσεων του φιλελεύθερου πολιτισμού απέναντι σε υποβόσκουσες «αναχρονιστικές» καταστάσεις, στοχεύοντας πάντα στην ομοιογένεια και ενοχοποιώντας στο σύνολό της την ελληνική επαρχία ως «καθυστερημένη», εντάσσοντας κάθε της εκδοχή σ’ ένα ενιαίο όλον, που πρέπει να αλλάξει.
Αντίθετα, τρόπος του λέγειν, στις παρυφές της μητρόπολης, που «όλα βρίσκονται στα πόδια σου», «θα βρεις αυτό που θέλεις». Το κατά πόσο προάγονται διαδικασίες μετασχηματισμού, το πόσο παραγωγικές είναι οι παρεμβάσεις στη μητρόπολη, είναι άλλο ζήτημα. Το σίγουρο όμως είναι πως εκεί θα βρεις κάποιον άνθρωπο να μιλήσεις, να συμφωνήσεις, να αναλάβετε μια «ριζοσπαστική» πρωτοβουλία για κάτι. Μπορείς στη μητρόπολη για τα υπόλοιπα εκατό χρόνια να βρίσκεις ανθρώπους να μιλάτε για την επερχόμενη επανάσταση χωρίς να βαρεθείτε καθόλου. Στην επαρχία για τους ίδιους λόγους μπορεί να γίνεις «ο εχθρός του χωριού» ή ο επικίνδυνος «άλλος» και να μην έχεις κανέναν δίπλα σου. Πέρα από τους μύθους και τις υπερβολές, πέρα από τις ταινίες και τα σήριαλ που θίγουν, πραγματικά ή δήθεν, τα οικεία κακά της ελληνικής επαρχίας, είναι όντως δύσκολη η πραγματικότητα του να κινηθείς σε μια αντίθετη πολιτικά και κοινωνικά κατεύθυνση, όχι γιατί είναι μόνο πιο ορατή αλλά και γιατί είναι σχεδόν υποχρεωτικό να πάρει θέση ο κάθε ντόπιος σε ένα τόσο μικρό χώρο, που επιδιώκει να διατηρεί, με τα χέρια του κυρίως, την όποια συνοχή του. Συγκριτικά, ας πούμε, είναι απείρως πιο προκλητικό να κολλάς μια αφίσα στην αλβανική γλώσσα που καλεί τους Aλβανούς να συμμετέχουν σε μια συνέλευση σε ένα χωριό, απ’ το να κολλάς την ίδια αφίσα ας πούμε έξω από το Πολυτεχνείο της Αθήνας ή έξω από την ΦΜΣ της Θεσσαλονίκης. Στην πρώτη περίπτωση η αφίσα σου θα γίνει τα επόμενα λεπτά το κυρίως θέμα στα καφενεία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση θα υπάρχουν κάποιοι που θα τη δουν και θα τη διαβάσουν με τα οποιαδήποτε σχόλια, κάποιοι που θα καιροφυλακτούν για να τη σκίσουν, και οι περισσότεροι που δεν θα της δώσουν καν σημασία. Ο αναλογίες δεν είναι βέβαια μαθηματικές, και σίγουρα τα πράγματα μπορεί να είναι χειρότερα ή καλύτερα σε κάθε μια από τις δυο περιπτώσεις. Το σίγουρο όμως είναι πως είναι διαφορετικά λόγω κλίμακας αλλά ταυτόχρονα πολύ όμοια στη βάση μιας κοινής παραδοχής για χειροτέρευση των όρων της ζωής.
Αν κάτι ανέτρεψε, βασικά, αυτός ο αγώνας και μάλιστα σε μια επαρχία, είναι η παντοιοτρόπως, κοινή και ειλικρινής παραδοχή ότι «τίποτα δεν γίνεται-τίποτα δεν κινείται». Είναι ένας κοινός τόπος ο οποίος στις μέρες μας προβληματίζει και αυτούς που αγωνίζονται και ίσως πετυχαίνουν πενιχρά αποτελέσματα αλλά και όλους μας, στο κέντρο ή στην επαρχία, που ζούμε την κοινωνική συναίνεση στο κράτος εργολάβο-χωροφύλακα-εισπράκτορα ως μονόδρομο, ορθώνοντας πολλές φορές το ανάστημά μας και ξέροντας από πριν ότι για το Α ή το Β ζήτημα αυτό δεν είναι αποτελεσματικό. Είναι επίσης ένας κοινός τόπος για όσους συνειδητά ή ασυνείδητα επιλέγουν την «εντός των τειχών τοποθέτηση» ακολουθώντας το Α ή Β κόμμα και παράταξη, τον τάδε αρχηγό μικρό ή μεγάλο τυχοδιώκτη, πιστεύοντας σε ατομικά ή και κοινωνικά οφέλη. Το «τίποτα δεν γίνεται χωρίς αυτούς» το «τίποτα δεν γίνεται αν δε βάλεις νερό στο κρασί σου» το «τίποτα δεν γίνεται χωρίς να λαδωθεί η μηχανή» δεν είναι απλά το έδαφος που πατά η απελπισία μας βλέποντας να επιδεινώνονται οι όροι που συγκροτούν τη ζωή μας, είναι η ίδια μας η καταδίκη. Κι αυτό όχι μόνο διότι υπάρχει ένα αδιαπέραστο τείχος κοινωνικής συναίνεσης, αλλά και διότι ο ριζοσπαστισμός στις μέρες μας συνήθως είναι μια «τέχνη υψηλή για λίγους και μυημένους», έχοντας τον ιδεολογικό πήχη αδιαπραγμάτευτο, με τα γνωστά επακόλουθα της διαχωρισμένης, αποσπασματικής και αναποτελεσματικής δράσης. Αυτά είναι σχετικά κοινός τόπος για όλους και όλες, ακόμα κι αυτούς κι αυτές που με μόχθο, αγωνίζονται στις γειτονιές τους προκαλώντας ρωγμές, ματαίως, αφού το κυρίως κοινωνικό σώμα συναινεί στις κυρίαρχες επιλογές-κι αυτό μπορεί να συμβεί στο Ζαγκλιβέρι αλλά κι αλλού όπου μπορεί να φουντώσει ένας κοινοτικός αγώνας βάσης.
Τι ήταν όμως αυτό που ουσιαστικά ώθησε ένα τοπικό ρεύμα σε μια κινητοποίηση που ξεπερνούσε αυτά τα στενά όρια; Τι ήταν αυτό που έδωσε τη δυνατότητα στους ανθρώπους αυτής της περιοχής να μπουν σε μια προσπάθεια και να την φέρουν εις πέρας νικηφόρα και υποδειγματικά; Είναι το παρελθόν αγώνων που έχουν ως αναφορά; Είναι μια ήδη υπάρχουσα κοινωνική «μαγιά» στα χωριά που θέτει κοινωνικά ζητήματα; Ήταν ήδη σε αναβρασμό τα χωριά για κάποιο τοπικό ζήτημα, οπότε το ζήτημα της υγείας έπεσε σαν μαϊντανός; Τίποτε απ’ όλα αυτά. Λοιπόν;
Μια μικρή ομάδα, μειοψηφική, στο χώρο εργασίας της όπως περιγράφτηκε σχεδόν παραπάνω, αποφάσισε να θέσει μια γκάμα αιτημάτων στο εσωτερικό της κοινότητας και μάλιστα για ένα ζήτημα που αποτελεί άμεση προτεραιότητα, την υγεία. Άνθρωποι που είχαν μια σχετική αναγνώριση στον τομέα τους ανταποκρινόμενοι με μια σχετική αφοσίωση ως εργαζόμενοι σε χώρο υγείας (σύμφωνα με αφηγήσεις των ίδιων των κατοίκων) απέναντι στις ανάγκες των ανθρώπων και για κάποιο χρονικό διάστημα, ικανό για να μπορεί να κριθεί ιδιωτικά και δημόσια. Ήταν μια μικρή πρωτοβουλιακή ομάδα που άρχισε, αφού εξάντλησε τα περιθώρια απεύθυνσης στον εργασιακό της χώρο, να αναζητά διεξόδους για καλύτερες συνολικά εργασιακές συνθήκες-άρρηκτα συνδέοντας το ζήτημα με την παροχή καλύτερης φροντίδας στον πληθυσμό. Δεν θα μπορούσαν παρά να φτάσουν σε ρήξη αρχικά με το τοπικό κατεστημένο αλλά και με τους θεσμικούς φορείς του συστήματος που ούτως ή άλλως αδιαφορούν επί της ουσίας και για τα δυο. Ποιος διευθυντής ή δήμαρχος έστω και για δική του προβολή θα κάνει αγώνα για τον εξοπλισμό και τη στελέχωση ενός Κ.Υ. χωρίς να γίνει κόκκινο πανί αφού θα διαρρήξει σχέσεις με κομματικούς μηχανισμούς, με πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες, με τις διοικήσεις των νοσοκομείων που έχουν το μαχαίρι και το πεπόνι; Ποιος θεσμικός παράγοντας θα αγωνιστεί χωρίς να γίνει αποδιοπομπαίος σε μια εποχή που ετοιμάζονται να παραδώσουν ότι παρέχεται δωρεάν σε επιχειρηματίες; (Πάντα με το ενδεχόμενο των εξαιρέσεων)
Έτσι, οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι σε μια εποχή που «δεν κινείται τίποτα» επί της ουσίας, έδωσαν βάρος σε μια άρρητα πολιτική προσπάθεια για ένα φλέγον ζήτημα, στα όρια της αυτονόητης διεκδίκησης και απευθυνόμενοι σε μια κλίμακα «ως εκεί που φτάνει το μάτι». Γνωστοί στην καθημερινότητα (αυτό ομολογεί και στην επερώτησή του ο βουλευτής της περιοχής για τους δυο από τη Σύσκεψη Εργαζομένων όταν αυτοί απολύονταν, δες Παράρτημα 2) σε κάποιο ικανοποιητικό χρονικό διάστημα που επιτρέπει στους κατοίκους να συγκρίνουν τη δουλειά του καθενός εκεί που οι ίδιοι τη χρειάζονται, έθεσαν αυτό που λέμε «λογικές» διεκδικήσεις και στη βάση ενός δομικού κενού. Κενό το οποίο γενικώς ταυτίζεται με την απουσία της προβλεπόμενης από τους νόμους «φροντίδας» από τη μεριά του κράτους σε όλα τα επίπεδα: υγεία, εκπαίδευση, εργασία, μεταφορές, κοινωνική πρόνοια κλπ. Κενό όμως που αποτελεί ίδιον συστατικό του συστήματος. Για αυτό και τα ζητήματα αυτά ποτέ δεν «κλείνουν» αφού αποτελούν και θα αποτελούν το μόνιμο βραχνά. Οι ρητορείες, οι φανφάρες, τα μεγάλα λόγια και οι εξαγγελίες του κράτους έχουν πάψει προ πολλού να θεωρούνται σοβαρές ακόμα και στον πιο καλόπιστο ψηφοφόρο. Ο ίδιος ξέρει πολύ καλά το λόγο για τον οποίο ψηφίζει και συναινεί σ’ αυτή τη φρικαλέα πολιτική συνθήκη ανισότητας.
Λοιπόν, δύσκολα θα μπορούσαν να πουν «όχι» οι κάτοικοι σε προσκλήσεις για την αναβάθμιση της ζωής τους όταν αυτές προέρχονται από ανθρώπους που τους νοιάζονται έμπρακτα (κάποιοι από αυτούς δούλευαν επί δεκαετία στο Κέντρο Υγείας). Όταν μάλιστα δεν ζητούν από αυτούς τίποτε άλλο παρά να αγωνιστούν μαζί τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο ελπιδοφόρα. Έτσι, έτρεξαν όταν είδαν το «άδικο» να γιγαντώνεται και κυρίως με τις απολύσεις των δυο γιατρών. Η επίμονη και επίπονη προσπάθεια της Σύσκεψης Εργαζομένων, παρόλο το διαφορετικό ιδεολογικό υπόστρωμα του καθενός εργαζομένου, να μην καπελώσει κανέναν και να μιλήσει στη βάση των κοινά αποδεκτών προβλημάτων έδωσε την ώθηση σ’ αυτόν τον αγώνα. Είναι υποδειγματικό, άνθρωποι από διαφορετικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς χώρους, με υπαρκτές και ορατές διαφορές, ατομικές και συλλογικές, που δεν έχουν όμως καμιά πολιτική και ιδεολογική προσδοκία στράτευσης, να αγωνίζονται από κοινού για το κοινό καλό και με συνέπεια. Διότι και οι καλές προθέσεις (παρόλο που κάποιες φορές στρώνουν το δρόμο για την κόλαση) είναι απαραίτητες. Αυτό και η εγγύηση ότι κανείς δεν θέλει και δεν μπορεί να ξεπουλήσει κανέναν, μπόρεσε και συσπείρωσε τους όποιους κατοίκους να αγωνιστούν, αρχικά στο πλάι της Σύσκεψης για τους γιατρούς «τους» και στη συνέχεια να παίρνουν οι ίδιοι πρωτοβουλίες προκειμένου να προχωρήσει ο αγώνας με διεκδικήσεις για τις δομές υγείας.
Η εξέλιξη και τα όρια αυτού του αγώνα ουσιαστικά έχουν να κάνουν τόσο με το προχώρημα του αγώνα στην ίδια την τοπική κοινότητα όσο και με την εξέλιξη όλων των αγώνων. Ο αγώνας στο Ζαγκλιβέρι αναβάθμισε σημαντικά τη σκέψη και τη δράση όσων έχουν στο μυαλό τους έναν αγώνα «με» κι όχι «για την κοινότητα» κι αυτό είναι κάτι που και δεν φαίνεται και ούτε θα φανεί σύντομα. Είναι δύσκολο σε όλους και όλες μας να σκεφτούμε κάτι στο οποίο ελάχιστα έχουμε ζήσει στην πορεία του αγώνα μας. Είτε ως ανώνυμοι σε μια μητρόπολη, είτε ως επώνυμοι σε μια περιχαρακωμένη και συγκριτικά υποβαθμισμένη τοπική δράση με γενικόλογες αναφορές, είναι δύσκολο να μπούμε στο ζουμί του αγώνα. Ο φόβος μην και μας πουν «ρεφορμιστές», ο φόβος της ανυπαρξίας ενός τύπου μανιφέστου που θα εμπεριέχει όλα τα αντί… ξόρκια, η ανασφάλεια ότι πάντα οι μικροί και οι μεγάλοι παράγοντες θα παίξουν τον ιστορικό ρόλο της άντλησης πολιτικής υπεραξίας, η αμηχανία να σταθούμε δίπλα σε πολλούς που απέχουν σε αρκετά από τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά που συγκροτούν τη ζωή μας, μας περιχαρακώνει, στην καλύτερη περίπτωση, σε μια συντήρηση ιδεών, όταν αυτές το λιγότερο πρέπει να δοκιμαστούν και να έχουν κοινά αποδεκτές διεκδικήσεις. Είναι αναγκαίο να αφομοιώνουμε στην πράξη το Ζαγκλιβέρι, όχι ως άξιο αλληλεγγύης αλλά ως ουσία δράσης, διότι η κατανόηση και αλλαγή του κόσμου γίνεται μέσα στον κόσμο και εκεί που αυτός διαρκώς, με ή χωρίς εμάς, έτσι ή αλλιώς, μετασχηματίζεται.

Κυριακού Γιώργος, Χαλκίδα
 
 Παράρτημα 1
ΖΑΓΚΛΙΒΕΡΙ 20 – 12 - 2006
ΨΗΦΙΣΜΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
Οι κάτοικοι των χωριών της περιοχής ευθύνης του Κ.Υγ. Ζαγκλιβερίου διαμαρτυρόμαστε για τις συνεχιζόμενες και εντεινόμενες πειθαρχικές και ποινικές διώξεις των αγωνιζόμενων εργαζομένων στο Κ.Υγ. Ζαγκλιβερίου και στα υπαγόμενα σε αυτό Περιφερικά Ιατρεία, και ζητάμε από τη Διοίκηση του Ιπποκράτειου Νοσοκομείο το άμεσο σταμάτημα αυτών των διώξεων.
Ιδιαίτερα διαμαρτυρόμαστε για τη σαφή απόπειρα ποινικοποίησης του αγώνα τους (που είναι και δικός μας αγώνας για βελτίωση της περίθαλψης στην περιοχή), μέσω της παραπομπής τους στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών και την κλήση στον Ανακριτή των αγωνιζομένων της «Σύσκεψης». Σας δηλώνουμε ότι θα βρισκόμαστε στο πλευρό τους και τότε όπως και τώρα και σε όλο το προηγούμενο διάστημα που αγωνιστήκαμε μαζί τους ενάντια στην επιδείνωση των παρεχόμενων υπηρεσιών περίθαλψης στην περιοχή μας.
Απαιτούμε από τη διοίκηση του Ιπποκράτειου.
-                Να σταματήσει τη βιομηχανία παραγωγής στημένων ΕΔΕ σε βάρος των εργαζομένων στο Κ.Υγ. Ζαγκλιβερίου.
-                Να προχωρήσει άμεσα στη διεξαγωγή της κρίσης και μονιμοποίησης των Γιατρών του Π.Ι. Γερακαρούς Δημ. Βουτυράκου και Μάνου Εμμανουηλίδη που ταλαιπωρούνται με παράνομες εκδικητικές αποφάσεις για περισσότερο από έξι μήνες.
-                Να άρει την εκδικητική αναστολή της απόσπασης του συμπολίτη μας κλητήρα Ν. Γιουσμά η οποία ολοφάνερα προκλήθηκε από την άρνησή του να γίνει μέλος του «εργοδοτικού» σωματείου του Κ.Υγ.
-                Να σταματήσει την επίσης εκδικητική τοποθέτηση της Μαίας Κας Μαρίας Δισερή και της Επισκέπτριας Υγείας Κας Ειρήνης Δραγγέλα σε απογευματινά και νυχτερινά ωράρια (πέρα από το σαφές αντικείμενο εργασίας τους και ενάντια σε δικαστικές αποφάσεις) που μεταξύ των άλλων έχει οδηγήσει σε διάλυση τα αντίστοιχα τμήματα καθώς δεν υπάρχει τακτική πρωινή λειτουργία.
-                Να ικανοποιηθούν και τα υπόλοιπα αιτήματά μας των προηγούμενων κινητοποιήσεων όσον αφορά σε προσλήψεις Προσωπικού (Νοσηλεύτριες, Επισκέπτες Γιατροί, Μαίες, Φυσιοθεραπευτές κ.α), υλικοτεχνική υποδομή (Ακτινολογικό μηχάνημα, μηχάνημα για το χρόνο προθρομβίνης, μηχάνημα για τα επείγοντα περιστατικά κ.α)
-                Να λυθούν τα νέα προβλήματα όπως αυτό της μη λειτουργίας του μικροβιολογικού εργαστηρίου για περισσότερο από ένα μήνα και αυτό της μη παρουσίας Παιδιάτρου στα Περιφερικά Ιατρεία.
Ο αγώνας των Εργαζομένων της «Σύσκεψης» για την αναβάθμιση της παρεχόμενης περίθαλψης είναι ένας αγώνας πέρα για πέρα δίκαιος. Όχι γιατί είναι και δικός μας, όχι γιατί ήμασταν από την αρχή μαζί αλλά γιατί στοχεύει σε ένα ποιοτικό σύστημα περίθαλψης για όλους μας ανεξάρτητα από εισόδημα, φύλο, θρησκεία, ηλικία, εθνικότητα και πολιτική πεποίθηση. Όλοι αυτοί οι λόγοι και άλλοι τόσοι που μας δένουν με τους διωκόμενους κινούν τα βήματά μας και δε θα σταματήσουμε παρά μόνο μετά από την πλήρη δικαίωσή μας.
Τα μέλη των επιτροπών κατοίκων:

Παράρτημα 2
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΒΟΥΛΗΣ
ΙΑ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΣΥΝΟΔΟΣ Β΄
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΡΟΗ΄
Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2006
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ: « …Γιατί διεξάγεται η ένορκη διοικητική εξέταση; Διότι, όπως ακούγεται στους διαδρόμους, οι δύο γιατροί προέρχονται από το χώρο της αναρχίας και ενοχλήθηκαν όσοι στη σύσκεψη των ιατρών που επέβαλαν εκδίδουν ανακοινώσεις και στα ελληνικά και στα αλβανικά που τοιχοκολλούν στους τοίχους του κέντρου υγείας Κορώνειας, στο Ζαγκλιβέρι.
Στην απόφαση του ΣΚΕΙΟΠΝΙ αντέδρασε το σύνολο των κατοίκων της περιοχής με πρωτοστατούντα τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, προς τιμήν τους. Μου εδηλώθη από υπεύθυνο παράγοντα της Νέας Δημοκρατίας τι ακριβώς ιεραποστολικώς κάνουν αυτοί οι δύο γιατροί που προέρχονται, σύμφωνα με όσα διαδίδονται, από το χώρο της αναρχίας και μου δήλωσε στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας: «Αν αυτοί είναι αναρχικοί, κι εγώ είμαι αναρχικός».
Στη σύσσωμη αντίδραση όλων των κατοίκων τη περιοχής η απάντηση είναι η απόλυτη σιωπή. Έχουν αποκλειστεί δρόμοι. Εκεί δεν υπάρχει, κύριε Πρόεδρε, κάποιος ο οποίος να εξαιρείται. Δεν υπάρχει, κύριε Υφυπουργέ, κάποιος πολίτης που να εξαιρείται εκτός τριών κομματικών παραγόντων. Είναι οι πολίτες της Νέας Δημοκρατίας, οι πολίτες που υποστηρίζουν ΠΑ.ΣΟ.Κ., ΚΚΕ, Συνασπισμό, έως και ΛΑΟΣ. Σύσσωμοι λοιπόν ζητούν τους δύο γιατρούς οι οποίοι δεν επιτελούν απλώς το ιατρικό τους καθήκον, αλλά προσφέρουν ουσιαστικά κάθε κοινωνική φροντίδα. Οι ηλικιωμένοι της περιοχής στέλνουν μηνύματα ότι αν αυτοί οι δύο φύγουν, πιθανότατα οι ίδιοι θα καταλήξουν και είναι όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Επαναλαμβάνω ότι παρέχουν όχι καθαρές υπηρεσίες υγείας, αλλά πρόνοιας, καθημερινής κοινωνικής φροντίδας. Υπάρχουν απίστευτες αφηγήσεις αφοσίωσης αυτών των ανθρώπων στο καθήκον τους. Κάποιοι έχουν επιλέξει ότι θέλουν να διορίσουν κομματικά προτιμητέους και ολόκληρο το κοινωνικό σώμα είναι αντίθετο…»